Κυριακή, 15 Ιουνίου 2014

Σεπτέμβριος 1918

Σεπτέμβριος 1918

 1._ Την νύκτα κατέβηκα εις Τερζάντων και συνεννοήθηκα με τον Ευκλείδην οίτινες εχώρησαν εις δύο ομάδες δια να φυλάξουν τους δρόμους δια τον Σεϊτ αγάν η μία ομάς θα φύλαγε το ποτάμι και η άλλη τον δρόμον του βουνού.
 4._ Επειδή δεν εφάνη ο Σεϊτ αγάς τα παιδιά ανταμώθησαν εις Τας κιοπρού και εκείθεν πήγαν στο παρχάρι του Σουλεϊμάν Κάλφα και του πήραν τα κριάρια του 32 τον αριθμόν και τα φέραν εις το λημέρι Χαντσάρ όπου τα κόψανε και τα κάναν καβουρμάδες δια τον χειμώνα.
 Αμέσως κατέβηκε εις Σάντα ο πατέρας του Κάλφα και κατήγγειλε στον αξιωματικόν ότι οι Σανταίοι του πήραν τα κριάρια και ο τσιοπάνος του είχε αναγνωρίσει τον Θεόδωρον Κουρτίδην. Μόλις ειδοποιήθην το γεγονός αμέσως δεν χάνω καιρόν και ετοιμάζομαι προς φυγήν διότι εγνώριζον ότι θα με συνελάμβανε ο αξιωματικός. Ετοίμασα ρούχα και όπλα και μόλις ενύχτωσε μαζί με τον Ιωάννην Μελίδην και Δημ. Στυλίδην έφυγον προς το δάσος. Όταν έφτασα εις Κοιλαδί ρακάν και είδα τους συντρόφους μου να έρχονται κατόπιν κάπου πεντακόσια μέτρα μακριά έκρινα καλόν να προχωρήσω διότι είμαστε πλησίον του χωριού και ήμουνα οπλισμένος ενώ αυτοί ηκολούθουν άοπλοι και να φτάσω εις Φουρνόπον να τους περιμένω. Πριν φτάσω όμως εις το σταυροδρόμι που χωρίζει δια Πινατάντων σταμάτησα δια να περιμένω. Οπότε λίγα μέτρα παρακάτω ακούγω μίαν φωνήν να αρωτά Τουρκιστί ποίος είμαι και βλέπω δύο ζαντάρμες να σηκώνονται κάτω από ένα θάμνον και να προτείνουν τα όπλα τους.
 Το δικό μου δεν εφαίνετο διότι το είχα κρυμμένο κάτω από τον μανδύαν που είχα στους ώμους μου. Δεν χάνω καιρόν πετώ τον μανδύαν και φεύγω προς το Φουρνόπον αμέσως αυτοί πυροβολούν και οι σφαίρες εσύριξαν δίπλα μου αλλά ευτυχώς δεν έπαθα δεν ήθελα όμως να πυροβολήσω εγώ διότι εγνώριζα τα αποτελέσματα δια την οικογένειάν μας και το χωριό και εξακολουθούσα να τρέχω. Μόλις έφτασα στο Σταυροδρόμι πυροβολούν πάλιν οι δύο μαζί και συνάμα ως εκ θαύματος σκοντάφτω σε μίαν πέτραν και πέφτω μπρούμυτα νομίσας ότι επληγώθην κάπου στα πόδια. Βγάζω αμέσως το αυτόματον πιστόλι μου Μάουζερ και το κρατώ έτοιμον δια να αμυνθώ όπως μη με πιάσουν ζωντανόν.
 Όταν όμως αντελήφθην ότι δεν είμαι πληγωμένος σηκώνομαι πάλιν και τρέχω προς το Φουρνόπον το οποίον απέχει λίγα μέτρα και όπου θα ήμουν ασφαλής πριν φτάσω δύο πυροβολισμοί ακόμη αντήχησαν και οι σφαίρες σαν μελίσσια πέρασαν από δίπλα μου αλλά εγώ εσώθην πλέον. Και τότε μόνον αναλογισθείς τον κίνδυνον ητοιμάσθην να τους πυροβολήσω και εγώ αλλά πάλιν εσκέφθην το κακό που θα προξενούσα και έτσι έφυγα μέσα στο δάσος όπου έκατσα δια να αναπαυθώ λίγο. Μετά τινα λεπτά αυτοί ανέβηκαν πάνω στις πέτρες και τους άκουγα να ρωτούν ο ένας τον άλλον άραγε τι απέγινε. Οι σύντροφοί μου μόλις άκουσαν τους πυροβολισμούς έφυγαν πίσω και εκρύφθησαν στα σπίτια τους διότι αυτούς δεν αντελήφθησαν οι ζαντάρμες. Εγώ όλην την νύκτα έφτασα εις το Κρέν και εκοιμήθην λίγο και το πρωί έφθασα εις το λημέρι σε κακά χάλια διότι μέσα στο δάσος δεν υπήρχε δρόμος και την νύκτα έπεσα από κρημνούς και χαράδρες και όλον το σώμα μου εμωλωπίσθη. Επί τρεις ημέρας δεν μπορούσα να κουνηθώ και ήμουν κλινήρης έως ότου συνήλθα.
 Μόλις ανέφεραν το γεγονός οι ζαντάρμες στον αξιωματικόν αμέσως εφώναξε τον πατέρα μας και τον έκανε ανάκρισην αυτός όμως έκανε πως δεν γνωρίζει τίποτε ειπών εις τον αξιωματικόν ότι ο υιός μου πήγαινε εις Μορέν προς φύλαξην των κήπων διότι πριν από ένα μήνα είχα συμφωνήσει με τους χωριανούς μας και εφύλαγα τις πατάτες εις το Μορέν το οποίον εγνώριζε και ο αξιωματικός και ότι εκεί πήγαινα. Ευτυχώς που οι ζαντάρμες δεν αντελήφθησαν ότι είχα όπλα μαζί μου.
 6._ Ήλθον μαζί μας και ο Κων/τίνος Τσιλιγγερίδης και Γεώργιος Σισμανίδης.
 8._ Ανέβημεν εις Καζουκλή όπου συναντήσαμε έξι Τούρκους οπλισμένους εκ των οποίων ο εις έφυγε ένας εσκοτώθη και οι άλλοι παρεδόθησαν και αφοπλίσθησαν και βάλλοντες το πτώμα του σκοτωμένου στα άλογα κατέβησαν στην Σάντα και εκείθεν έφυγαν στο χωριό τους.
 Μόλις λοιπόν διεδώθη ότι ο Ευκλείδης Κουρτίδης και μερικοί Σανταίοι βγήκαν αντάρτες στο βουνό αμέσως ο αδελφός του Σεϊτ αγά ετηλεγράφησε στον αδελφόν του να μη περάσει από την Σάντα διότι διατρέχει κίνδυνον και έτσι δεν ξαναπάτησε στην Σάντα. Πλην όμως ήτο πεπρωμένον ημείς να μείνομεν στο βουνό και να υποφέρομε εξ' αιτίας του.
 9._ Μανθάνομεν ότι ο Κάλφας ετοιμάζει διακοσίους τσετέδες να έλθει εις Σάντα δια να μας συλλάβει επίσης και ο αξιωματικός εζήτησε ενίσχυσην εξ Αργυρουπόλεως δια να τεθεί επί τα ίχνη μας. Όλη η Σάντα ετρομοκρατήθη και δεν εγνώριζαν τι να κάνουν.
 11._ Έφθασε στην Σάντα ο Κάλφας αλλά μόνον με είκοσι τσετέδες και τα μεσάνυχτα μας ειδοποίησαν από το χωριό ότι όλην την ημέραν ο Κάλφας και ο αξιωματικός εγύριζαν στα βουνά προς αναζήτησην ημών και ότι ο Ιωαν. Ξανθόπουλος πιεσθείς εδήλωσε στον αξιωματικόν ποιοι και πόσοι είμεθα και σε τι λημέρια βρισκόμεθα.
 12._ Αμέσως εκρύψαμε εις μέρη ασφαλή τους καβουρμάδες δια να αλλάξομε το λημέρι μας. Είχαμε και δύο αγελάδες που πήραμε από Γαλίαναν τας οποίας φέραμε εις Υπαπαντήν και τας παρεδώσαμε εις τον Χριστόφορον Ευφραιμίδην να μας τις φυλάξει μερικές ημέρες.
 Προς το βράδυ ήλθε εις συνάντησήν μας ο Ιωάννης Σπαθάρος όστις μας λέγει ότι ο Μουσταφά μπέης θα φύγει δια την Όφ και εις την Σάντα θα έλθει κάποιος άλλος Τσελήλ εφέντης με διακόσιους τσετέδες. Και ότι εις Γεμουράν όλοι οι Τούρκοι ετοιμάζονται δια να έλθουν στην Σάντα λέγοντες ότι οι Σανταίοι επανεστάτησαν.
 14._ Ο Κάλφας εις Πιστοφάντων εκάλεσεν συνεδρίασην και ζητούσε να του επιστραφούν τα πρόβατα ή δε άλλως έλεγε για κάθε πρόβατον και έναν Σανταίον θα σκοτώσω και διάφορες άλλες φοβέρες. Ημείς όμως μια που βγήκαμε στο κλαρί τον ειδοποιούσαμε ότι ας κάνη ότι θέλει αλλά πολλά ακόμα έχει να πληρώσει και εύκολα δεν εξοφλούνται.
 15._ Νύχτα εστάλησαν τέσσαρες εις Κιμισλή και το πρωί ξεκινήσαμεν όλοι δέκα τρεις τον αριθμόν και από Κιμισλή ξεκινήσαμε δια τα χωριά της Αργυρουπόλεως δια να περάσομε μερικές ημέρες.
 Αλλά εις το Χαϊν κετούκ συνεπλάκημεν με πολλούς Τούρκους οίτινες κατέβαιναν από τα παρχάρια τους με τις οικογένειές τους και μετά μίας ώρας συμπλοκήν τους αφήσαμε να περάσουν ημείς εφτάσαμε εις Τάς Κιοπρου όπου είχαμε κρυμμένα λεπτοκάρυα και αφού γεμίσαμε τα σακίδιά μας ξεκινήσαμε μη έχοντες ψωμί. Την επομένην εφτάσαμε εις Αγ. Ζαχαρίαν της Κρώμνης όπου συνηντήσαμε μερικούς Κρωμναίους οίτινες μας έδωσαν ψωμί και βράδυ νύχτα κατεβήκαμε εις το χωρίον Μανδρία και εμείναμε όλην την νύκτα. Και κατά τα ξημερώματα φύγαμε και ανέβημεν εις το βουνό Καρά τας όπου εμείναμεν όλην την ημέραν και το βράδυ κατεβήκαμε εις το χάνι Ματένια και εκοιμηθήκαμεν.
 18._ Ανέβημεν εις Τεβέ ποϊν και στήσαμε καρτέρι στον δρόμο αλλά δυστυχώς δεν πέρασε κανείς και όπου μας άρχισε βροχή και χάλαζα και γενήκαμε μουσκίδι. Ετελείωσε και το λίγο ψωμί που αγοράσαμε από τα Μανδρία και έτσι αναγκαστικώς απεφασήσαμε να γυρίσομε πίσω.
 Ότε δε κατέβημεν εις Μετσίτια στο ποτάμι της παναγίας σκοτώσαμε αρκετά ψάρια πέστροφες και εις ένα έρημο παρχάρι βρήκαμε έναν τενεκέ και εντός αυτού τα ψήσαμε με λίπος που είχαμε μαζί μας και φάγαμε.
 Ξεκινώντας από το βουνό άρχισαν να μας πυροβολούν οι ζαντάρμες της Κρώμνης μαζί με τους αγροφύλακας. Το βράδυ εφτάσαμε εις Τάς κιοπρου και διανυχτερεύσαμε. Το πρωί από μερικούς διαβάτας πήραμε λίγο ψωμί μήλα και σταφύλια και εφάγαμε. Την νύχτα κατεβήκαμε εις Πιστοφάντων εφάγαμε στο σπίτι του Ευκλ. Πιστοφίδου και περάσαμε εις Τερζάντων όπου εμάθαμε ότι ο Μουσταφά εφέντης ετοιμάζει τσετέδες καθώς και τα γύρω χωριά δια να μας επιτεθούν. Και διαδίδουν ότι φυλάγομε μαζί μας πολλούς Αρμέξεις, ενώ δεν είχαμε κανένα και μαζί τους εκόψαμε τους δρόμους και κατέστη αδύνατος η συγκοινωνία τους. Και δια να εξεγείρουν και περισσότερον την κυβέρνησην.
 20._ Τέσσαρα παιδιά πήγαν εις Γαλίαναν μαζί με τον Ι. Σπαθάρον δια να τον συνοδεύσουν διότι πολύ τον κυνηγούσαν οι Τούρκοι δια να κατέβει εις Τραπεζούντα.
 21._ Εφτάσαμε εις το λημέρι Χαντζάρ και στείλαμε δύο εις Υπαπαντήν να πάρουν τα δύο αγελάδια που αφήσαμε εις τον Χριστόφορον Ευφραιμίδην.
 Σήμερα εις το χωριό έγινε καταγραφή όλων δια να μάθουν ποιοι και πόσοι λείπουν από το χωριό. Έφθασαν εξ Αργυρουπόλεως ένας Συνταγματάρχης και εις Ταγματάρχης οίτινες ενεθάρρυναν τους Σανταίους να μη φοβούνται από τσετέδες. Επίσης αρώτησε και δι ημάς δια ποίαν αιτίαν βγήκαμε στο βουνό και όταν τους είπαν τα αίτια και ότι μέσα στο χωριό διέτρεχαν κίνδυνον εκατηγόρησαν πολύ τους Τούρκους αιτίους της καταστάσεως.
 24._ Φεύγοντες προ ημερών κατά την Κρώμνην τα πράγματά μας ρούχα και τρόφιμα και μερικά πλεονάζοντα όπλα εκρύψαμε εις ένα σπήλαιον εις το μέσον ενός υψηλού βράχου και όπου μόνον δεμένος δια μακρού σχοινίου ήτο δυνατόν να κατέβεις το οποίον ολίγοι τολμούσαν να επιχειρήσουν. Και ότε σήμερα πήγαμε να πάρομε τρόφιμα βλέπομε ότι εκλάπησαν δύο δοχεία καβουρμάδες δέρματα δια τσαρούχια και δύο όπλα ένα Ρωσικόν και ένα Βελγικόν.
 Το επεισόδιον αυτό έγινε αιτία να χωρίσομε από τους συντρόφους μας Τσιριπαίους και παρ' ολίγον να γίνει μεγάλον σκάνδαλον και κακό δια το οποίον δεν έφταιγαν ούτε εκείνοι ούτε και ημείς αλλά άλλοι τους οποίους ανακαλύψαμε κατόπιν και ετιμωρήσαμε.
 25._ Κατεβήκαμε εις Υπαπαντήν διότι ο Χριστόφορος Ευφραιμίδης δεν έδωσε τις αγελάδες ισχυρισθείς ότι οι χωριανοί του τον εφοβέρησαν και αυτός τα 'φερε στο βουνό και τα απέλυσε ψεύδος που φαίνεται καθαρά. Με πολλούς εκβιασμούς δεν ήθελε να μαρτυρήσει την αλήθειαν και ότε του είπαμε ότι θα πάρομε τα δικά του όπως και τα βγάλαμε του στάβλου αναγκάσθηκε να ομολογήση ότι φεύγοντας ημείς εις Κρώμνην αυτός τας έσφαξε και τας έκανε καβουρμά και τας έκρθψε. Και την επομένην μας έφερε εις τον τόπον που τα είχε κρύψη και μας παρέδωσε τους καβουρμάδες και τα δέρματα και τα φέραμε εις το λημέρη Ουζούν σίρτ. Και λόγω των επεισοδίων διελύθησαν όλοι και εμείναμε μόνον τέσσαρες άνδρες ο Ευκλείδης & Κων/τίνος Κουρτίδης ο Φίλιππος Ευφραιμίδης και Γεώργιος Σισμανίδης.
 29._ Αφού κρύψαμε τα πράγματά μας κατά το βράδυ ξεκινήσαμε δια τα χωριά και φθάσαμε εις Πινατάντων όπου εμάθαμε ότι ο Ευστάθιος Ηλιόπουλος και Χρήστος Κούφος πρώην σύντροφοί μας εις Φτελέν ελήστευσαν μερικούς Τούρκους και Σανταίους μαζί. Εσυστήσαμε εις πολλά παιδιά να τους παρακολουθήσουν και να βλέπουν και τι όπλα φέρουν διότι ο Χρήστος Κούφος όντας μαζί μας δεν είχε όπλον και μας εκίνησε την περιέργειαν να μάθομεν από πού βρήκαν όπλα.
 30._ Κατέβημεν εις Τερζάντων και από τον Ι. Σπαθάρον εμάθαμε ότι ο εκ Κούχλας Τεμέλ αγάς συγκεντρώσας μερικούς τσετέδες έφτασε εις Ούζην και εκείθεν να επιτεθεί κατά της Σάντας αλλά μαθών τούτο η Κυβέρνησις έστειλε στρατόν και αφοπλίσαντες αυτούς τους διέλυσαν. Επίσης μας είπεν και την ολοκληρωτικήν ήτταν της Βουλγαρίας κατά την εισχώρησην του Ελληνικού Στρατού εις αυτήν. Και την εκκένωσην του Βατούμ από τους Τούρκους.

 Εκ Τραπεζούντος ο Ι. Σπαθάρος μας έφερε μερικά λεφτά τα οποία μας έστειλαν ο Μητροπολίτης Χρύσανθος ο Νίκος Καπετανίδης και μερικοί άλλοι οίτινες απετελούσαν τρόπον τινά είδος Φιλικής εταιρίας. Επίσης και πολλάς συμβουλάς και οδηγίας δια το μέλλον διότι καθημερινώς περιμένετο και η πτώσις της Τουρκίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΕΠΤΑΚΩΜΟΣ ΣΑΝΤΑ

Η ΕΠΤΑΚΩΜΟΣ ΣΑΝΤΑ

Η Σάντα η επτάκωμος

Εις τα Ν.Α. της Τραπεζούντος κειμένη επί υψηλού οροπεδίου η Σάντα αποτελείτο εξ επτά ενοριών των εξής : Πιστοφάντων, Ισχανάντων, Τερζάντων, Ζουρνατσιάντων, Κοσλαράντων, Πινατάντων και Τσακαλάντων. Όλες δε οι ενορίες εκείντο επί του ποταμού Ιάμπολου.

Επίσης αι ενορίες είχον και άλλα επτά παραρτήματα γενικώς Φτελένια ονομαζόμενα τα εξής : Μεγ. Φτελέν Χαρατσιάντων Αλιάντων Υπαπαντή Κοπαλάντων Καρά Κοτέλ και το Ρακάν.

Ως εκ του ορεινού εδάφους της η Σάντα ήτο άγονος οι κάτοικοι ασχολούντο εις την κτηνοτροφίαν και εις την καλλιέργειαν της πατάτας και ολίγον λαχανικών μόνον προς ιδίαν χρήσην. Όλοι οι άνδρες αναγκάζοντο να μετέρχονται εις την Ρωσίαν την Αμερικήν και αλλαχού διάφορα επαγγέλματα εκτός ολίγων οίτινες έμεναν διαρκώς εις την Σάνταν ως έμποροι ξυλουργοί διδάσκαλοι κ.τ.λ.. Λόγω λοιπόν του ορεινού εδάφους και της ανεπαρκούς συγκοινωνίας η ζωή καταντούσε λίγο δύσκολος επί πλέον δε και οι ληστείες των Τούρκων όταν πηγαινοέρχονταν εις Τραπεζούντα, ανάγκασαν πολλούς εκ των κατοίκων να μεταναστεύσουν εις Ρωσίαν όπου εσχιμάτησαν πολλές κοινότητες και χωριά ίσως παραπάνω από ότι έμειναν στην Σάντα.

Όταν τον Απρίλιον του 1916 οι Ρώσοι κατέλαβαν την Τραπεζούντα ελευθερώθηκε και η Σάντα εκ του Τουρκικού ζυγού και άρχισαν οι ξενητεμένοι Σανταίοι να φθάνουν στα χωριά τους. Και επειδή λόγω του πολέμου είχε δουλειές πολλές και γνωρίζοντες οι Σανταίοι την γλώσσαν εκέρδιζαν πολλά λεφτά και η ζωή τους καλυτέρευσε κατά πολύ και το κυριότερον η ελευθερία. Μόνον όμως δύο χρόνια βάσταξε η κατάστασις αυτή διότι στα τέλη του 1917 οπότε άρχισε η Ρωσική κατάρρευσις εξ όλων των μετώπων του πολέμου τότε επρόκειτο η Σάντα να υποστεί τα μεγαλύτερα δεινά, τα οποία θα αφηγηθούμε εις το παρόν ημερολόγιον.