Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1924. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 1924. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 23 Μαΐου 2014

Ιανουάριος 1924



Ιανουάριος 1924

5._ Προς  το βράδυ έρχεται στρατός κάτωθεν του χωρίου Παρτέν διά να πηγαίνη εις Ιμεράν. Ένας αξιωματικός με μερικούς στρατιώτας εχώρισε διά τον δρόμον του Λυκάστ αλλά λίγο άνωθεν της γεφύρας όπου το μέρος ήτο απότομον και κρημνώδες και είχε νερά παγομένα στον δρόμον δεν μπόρεσε να περάση με το άλογόν του και γύρισε πίσω και έφυγε και αυτός προς Ιμεράν. Ειδοποιήθημεν αμέσως.
6._  Μανθάνωμεν ότι έκαναν έρευναν είς διάφορα σπίτια και άρπαξαν ότι καλά και τιμαλφή είχαν. Δεν μπορούσαμε πιά να μείνωμε μεσ’ το χωριό ενώ έξω είχε χιόνι πολύ αλλά κατ’ ανάγκην ανέβημεν προς το βουνό όπου είχε ένα παρχάρι και είχε μίαν καλύβην εκεί στεγασμένην απέχων του χωριού μίαν ώραν. Φορτοθέντες μαζύ μας αι γυναίκες και τα παιδιά ξύλα κάρβουνα και στρόματα εφθάσαμε εκεί αλλά η καλύβη ήτο γεμάτη από χιόνι διότι δεν είχε πόρταν και με τα χέρια και με ξύλα αδειάσαμε καμπόσο το χιόνι και εμείναμε εκεί, οι δε γυναίκες εγύρισαν προς το χωριό.
7._  Νύκτα ήλθαν πάλιν αι γυναίκες φέροντες φαγί ζεστόν και κάρβουνα και μας λένε ότι οι Ιμερίται ειδοποίησαν να φύγουμε αμέσως. Έκλεγαν αι γυναίκες ενώ μας έλεγαν αυτά, διότι έξω η ανεμοχιονοθύελα εμένετο και ήτο αδύνατον να φύγης πουθενά. Και αν ακόμη ο στρατός μας ανεκάλυπτε εκεί ήτο αδύνατος η φυγή μας και απεφασίσαμε να πεθάνωμε εκέι πολεμόντες μεσ’ απ’ την καλύβα δεν υπήρχε άλλη λύσις.
Αι γυναίκες πάλιν έφυγαν διά το χωριό. Δεν ήρχετο ύπνος στα μάτια από το κρύο διότι κάτω το έδαφος υγρόν και παγωμένον και από έξω ο αέρας εμένετο και φωτιά μόνον λίγα κάρβουνα στο μέσον όσον να ζεστάνωμε λίγο τα χέρια μας. Πόσον τώρα εμακαρίζαμε εκείνους που σκοτώθηκαν και γλύτωσαν από τα βάσανα αυτά. Δεν περιγράφετε η απελπισία που μας κατέλαβε διότι βλέπαμε το άδοξον τέλος μας επάνω εις ένα έρημον βουνό όπου μας κατεπολεμούσε η φύσης.
8._ Βράδυ περιμέναμε στην ορισμένην ώραν να έρχονται αι γυναίκες αλλά δεν εφάνησαν πουθενά αν και πέρασε πολύ η ώρα και συμπεράναμε ότι θα ήλθε και εκεί στρατός και για τούτο δεν μπόρεσαν να έλθουν διότι φεύγοντες υπεσχέθησαν ότι και πάλιν θα έλθουν. Αργά τα μεσάνυχτα ακούγωμε το χιόνι έξω να τρίζη από πατήματα ανθρώπων και αμέσως ετοιμάσαμε τα όπλα διότι νομίσαμε ότι θα είναι στρατιώται οίτοινες αναγκάσαντες τους κατοίκους θα υπέδειξαν το μέρος μας και όταν βγήκαμε δύο τρείς έξω βλέπομε τον Σπύρον με τας γυναίκας να έρχονται.
Κατελάβαμε ότι κάτι το σοβαρόν συμβαίνη και τον αρωτήσαμε. Μας λέγει ότι μην φοβάστε ο στρατός σήμερα έφυγε. Αλλά ήλθαν άλλοι δύο αξιωματικοί οίτοινες έφεραν διαταγήν από Τραπεζούντα εντός τριών ημερών να ετοιμασθούμε να φύγωμε διότι Ελληνικά πλοία έφθασαν εκεί διά να μας πάνε στην Ελλάδα κατόπιν της αποφασισθήσης ανταλαγής των πληθησμών.
Ήτο μεγάλη η χαρά που δοκιμάσαμε την στιγμήν αυτήν και ξεχάσαμε τα βάσανα αν και φενομενικώς για μας δεν υπήρχε σωτηρία. Αλλά η ελπίς μόνον ότι κ’ ημείς θα μπορούσαμε κάπως να μεταμωρφοθούμε και να κατεβούμε εις Τραπεζούντα και ίσως με το πλήθος αυτό κατορθώναμε να διαφύγωμε.
9._ Εφοδιασθέντες με ψωμί και άλλα τρόφημα εφθάσαμε εις έρημον χωρίον της Κρώμνης Λωρία και εμείναμε διότι ύστερα από ενός μηνός ανάπαυσην και ακινησίαν τα πόδια μας δεν βαστούσαν να φύγωμε προς το βουνό και να φθάσωμε στην Σάντα.
10._ Εφθάσαμε εις την Μονήν Σουμελά διότι από Μετσίτια προς την Σάντα ήτο αδύνατον από το χιόνι να φθάσωμε. Βρήκαμε την μονήν έρημον και λεηλατημένην και την εντός του σπηλαίου εκκλησίαν καμένην. Εμείναμε εις Αγίαν Βαρβάραν εντός μίας αχυρώνος.
11._ Εφθάσαμε εις Σάντα και εμείναμε εις το σπήλαιον χάρτ οτί παρά τον μύλον.
13._ Κατέβημεν εις Ούζην και πήγαμε στου Αλή Οσμάν Ζαλούμογλου και εμάθαμε ότι πραγματικώς απεφασίσθη η ανταλαγή και θα φύγουν όλοι οι Έλληνες.
14._ Εις τον Αλή Οσμάν Γιακούπ και Λιμάν αγάν Ζαλούμογλου αφίσαμε όλα τα όπλα μας και μερικά ρούχα και τους πήραμε μόνον το έν όγδοον της αξίας των. Τους ανεθέσαμε να μας φέρουν εκεί τα ρούχα μας και μερικά πράγματα και κρατήσαντες μαζύ μας μόνον άνα πιστόλι διά πάν ενδεχόμενον και το οποίον θα τους παρεδίναμε εις Τραπεζούντα.
15._ Μόλις βράδυασε φύγαμε και κατέβημεν εις Τεγερμέντερέ «πυξίτης ποταμός» οπόθεν διά κάθε ενδεχόμενον εχωρίσθημεν εις δύο ομάδας διά να πάμε μεσ’ την Τραπεζούντα και να συναντηθούμε εις το Δημ. Σχολείον Δαφνούντας όπου εμάθαμεν ότι κατοικούν στρατιώται Έλληνες απαλλαγέντες και καταβένοντες από Ερζερούμ.
Εν περιπτώσει όμως που θα συναντήσωμε κανένα αστυνομικόν διότι ήτο νύκτα ακόμη να προσποιηθούμε ότι είμεθα εξ Ούζης και κατεβήκαμε διά να ιδούμε πότε θα φύγωμε. Επροπορεύθη η μία ομάς από Ευκλείδην & Κων/νον Κουρτίδην, Χαράλ. Λαζαρίδην και Παναγιώτην Γραντσάν, η δε δεύτερη ομάς θα ακολουθούσε μετά δέκα λεφτά, ήσαν ο Χαράλ. και Χριστόφορος Αγγελίδης, Φίλιππος Κουρτίδης και Αλέξανδρος Σπυριδόπουλος. Εφθάσαμε εις Ελεούσαν και μέσον της Δαφνούντος προχωρούσαμε προς το Σχολείον. Μακρόθεν ακούσαμε τους ήχους των χτυπημάτων του νυκτοφύλακος αλλά προχωρούσαμε κατ’ ευθείαν και μόλις τον πλησιάσαμε τον αρωτήσαμε τι ώρα είνε και προχωρήσαμε πριν φθάσωμε όμως στο Σχολείο από ένα σκοτεινόν σοκάκι αμέσως ανοίγη ένα ηλεκτρικό φανάρι το φώς του κατ’ επάνω μας και μία φωνή ενός αστυνομικού ηκούσθη ποίοι είσθε και μας επλησίασε. Τον είπαμε ότι είμεθα Έλληνες εξ Ούζης και κατεβήκαμε τώρα από το χωριό διά να ιδούμε πότε θα φύγομε. Και δεν φοβάσθε νύκτα και περπατάτε; τον είπαμε ότι είχαμε και Τούρκους συντρόφους οίτοινες έφυγαν τον απάνω δρόμον. Και πού θα πάτε τώρα νύκτα; μας ερωτά θα πάμε εις το σπίτη του Τοκατλή ζαδέ Αρίφ εφέντη διότι είναι πατριώτης μας. Και γνωρίζετε το σπίτι του; Μάλιστα εφέντιμ είνε στο Ταξίμ απάνω.
Κατόπιν μας κύτταξε καλά καλά και μας είπε : Εγί χάϊτε κίτινιζ, δηλ. καλά φευγάτε. Αυτό θέλαμε και φύγαμε αμέσως προς το σχολείον αλλά τρομάξαμε διά τους συντρόφους μας διότι αν συναντούσε και αυτούς και έλεγαν τα ίδια πού είπαμε κ’ ημείς ασφαλώς θα υποψιάζετο και θα τους συνελάμβανε. Αλλ’ ευτυχώς μόλις πήγε στο σταυροδρόμι εγύρισε κάτω κατά την παραλίαν διά να φθάσξ στο Καραούλι και οι σύντροφοί μας ήλθαν μετ’ ολίγον δίχως να συναντήσουν κανένα και όλοι μας σώοι εφθάσαμε στο σχολείον όπου η φροντίς μας ήτο να βρούμε κανένα γνωστόν να μας φέρη σένα σπίτη και να κρυφθούμε αλλά σε όποιον απετάνθημεν έφευγαν και δεν ήθελαν να μας πλησιάσουν. Εστείλαμε τον Χαράλ. Αγγελίδην εις τον Αργυρόπουλον Ρώσσον υπήκοον αλλά και εκείνος εφοβήθη και μας έλεγαν ότι αμέσως να φύγωμε από την Τραπεζούντα διότι θα μας καταστρέψητε όλους. Ιδόντες ότι δεν υπάρχη ελπίς από πουθενά και μόνον ημείς θα φροντίσωμεν διά την σωτηρίαν μας.
Ευρίσκετο τότε εκεί εκ του χωριού μας μία χήρα η Θεοδώρα Γωνιάδου μετά του μικρού υιού της Ιεροκλή και την ειδοποιήσαμε αμέσως να έλθη να μας βρή. Την εδώσαμε λεφτά και την στείλαμε στην αγοράν όπως από το παλαιοπωλείον μας προμηθευθή από ένα σακάκι και παντελόνι από τα πιο παλαιά και ξεσχυσμένα διά να φορέσωμεν απάνω από τα ρούχα μας και να γανούμε σαν τους στρατιώτας που ήσαν μισόγυμνοι και να μείνωμεν μαζύ μ’ αυτούς.
Και ούτω ματαμορφωθέντες εμείναμε. Εν τω μεταξύ διορθώσαμε ένα σπίτη εις απόκεντρο μέρος πήγαμε εκεί πέρνοντες μαζύ μας και δύο εκ των στρατιωτών οίτοινες μας εψώνιζον από την αγοράν και μαζύ τρώγαμε. Είχε τελειώση ο μήνας και η επιτροπή της ανταλαγής δεν εφάνη ακόμη ευρίσκετο εις Αμισόν και περιμένετο από ημέρας εις ημέραν. Περισσότερον περιμέναμε ημείς διότι μόνον στην επιτροπήν στηρίζαμε τας ελπίδας μας διότι εμάθαμε ότι είνε μαζύ και ο πατριώτης μας Λάμπρος Λαμπριανίδης βουλευτής ών τότε στην Κυβέρνησην του Παπαναστασίου. Είχαμε δε γράψη από τα βουνά εκεί που ήμασθε μίαν επιστολήν εις τον ιατρόν και πατριώτην μας και επίσης τότε βουλευτήν κ. Ι. Πασαλίδην όπως ενεργήση παρά τη Κυβερνήση περί της φυγής μας. Και ελπίζαμε.

Φεβρουάριος 1924



Φεβρουάριος 1924

3._ Πρωΐ ήλθαν οι δύο στρατιώται μας και λένε ότι όλοι οι αστυνομικοί εκύκλωσαν την Δαφνούντα και δεν αφίνουν κανένα Έλληνα να βγή της συνοικίας διότι λέγουν ότι κάνουν έρευναν διά να ιδούν αν υπάρχουν ασθενείς. Αλλά ο κυρίως σκοπός των ήτο διά ημάς διότι υποψιάζοντο ότι βρισκώμεθα εκεί. Αν και ήλθαν στο σπίτι πού ήμεθα εν τούτοις δεν μπόρεσαν να μας αναγνωρίσουν στα χάλια πού ήμεθα και έφυγαν.
12._ Τέλος πάντων εμάθαμε ότι έφθασε η Επιτροπή και ησυχάσαμε λίγο.
15._ Εστείλαμε τον Ιεροκλήν Γωνιάδην να πηγαίνη να βρή τον κ. Λαμπριανίδην και να του πή ότι είμεθα εδώ και να φροντίση δι’ ημάς. Ήλθε αμέσως και μας βρήκε και μας καθησύχασε ειπών ότι έχουν εντολήν προσωπικώς του Παπαναστασίου όπως πάση θυσία μας στέλνουν εις Ελλάδα. Και ότι μετά τρείς ημέρας θα φθάσουν πλοία και θα σας στέλνωμεν. Πήγε αμέσως στο γραφείον τους και μας έστειλε πιστοποιητικόν σε ξένα ονόματα διά κάθε ενδεχόμενον. Και ανήγγειλέ και στον πρόεδρον της Επιτροπής Ελβετόν κ. Σαλτμαν το γεγονός, διότι αυτοί ενόμιζαν ότι ακόμη βρισκόμεθα στα βουνά και θα ζητούσαν παρά της Τουρκικής Κυβερνήσεως να έλθουν να μας πάρουν εκείθεν.
18._ Περιμέναμε ανυπομώνως τα πλοία σήμερα αλλά δεν ήλθαν, ούτε και την επομένην αν και είχε τηλεγράφημα η Επιτροπή εκ Κων/λεως.
20._ Μετά το απόγευμα ενώ καθήμεθα μεσ’ το σπίτη ακούγωμε ένα δυνατόν κρότον εις την εξώθυραν και φωνές πολλές και βλέπωμε να γεμίζη η αυλή από αστυνομικούς και αξιωματικούς του στρατού με προτεταμένα τα πιστόλια τους φωνάζοντες : Τεσλίμ. τρείς Ζαντάρμες πού είχαν μαζύ έφθασαν στην πόρτα και επρότιναν τα όπλα φωνάζοντες βγάτε έξω. Τους φωνάξαμε κ’ ημείς ότι δεν έχωμε κανένα όπλον και αδίκως φοβούνται και βγήκαμε έξω ήτο το θέαμα λυπηρόν μέν δι’ ημάς αλλά μεγαλοπρεπές διότι δεν υπήρχε κανείς στρατιώτης εκτός των τριών Ζανταρμάδων οίτοινες προσωπικώς μας εγνώριζαν και τους πήραν μαζύ όλοι οι άλλοι παραπάνω από εκατόν ήσαν όλοι αξιωματικοί και μαζύ τους ο Διευθυντής της Αστυνομίας. Και μας αρωτούσαν ποίοι είμεθα διότι τα ρούχα μας τους έβαλαν σε υποψία μήπως και τους γέλασε ο καταδότης. όταν τους είπαμε ότι είμεθα οι Αντάρται της Σάντας μας εκύτταζαν περίεργα.
Μας πήραν από εκεί και ξεκινήσαμε διά το Σαράι. Επειδή όμως το έχει μάθη ο κόσμος επλημήρησε από παντού τους δρόμους και δυσκόλως άνοιξαν το πλήθος και μας έφεραν εις Ταξίμ όπου σταματήσαμε λίγο απάνω στον δρόμον.
Άκουγες πέρα πέρα το Ουζούν σοκάκ να κλείνουν τα καταστήματα και να τρέχουν να μας δούν. Και τι να δούν; ανθρώπους κουρελήδες πού ούτε ήθελες να ιδής. Και μάλιστα ένας καλοενδεδυμένος Χότσας με έναν άλλον κύριον επλησίασαν και ιδόντες τόσον πλήθος και εμάς να έχουν στο μέσον τόσοι αξιωματικοί αρώτησε ο Χότσας ένα αξιωματικόν τι συμβαίνη και ποίοι είνε αυτοί. Εις απάντησιν του αξιωματικού ότι είνε οι Σανταίοι Αντάρται, ο Χότσας έπτυσε κατά γής και λέγει : Να ντρέπετε αυτό το δικό μας το έθνος και η Κυβέρνησις.
Από αυτούς εφοβούντο επί τόσα χρόνια και ετρόμαζαν. Μα αυτοί δεν μοιάζουν και άνθρωποι. Γελών ο Αξιωματικός λέγει : Τι να σε πώ Χότσια εφέντι αφού δεν ξέρεις κάτω από τα παλαιά αυτά ρούχα τι κρύπτεται.
Εξακολουθήσαμε την οδόν Ουζούν σοκάκ ότε βλέπομε ότι μαζύ με το πλήθος εκείνο ήρχοντο και οι σύντροφοί μας Τούρκοι Αλή Οσμάν και Ιλιάς Φαλτσή ογλού οπλισμένοι και μας πλησιάζη ο Αλή Οσμάν και λέγει : είδατε είδατε. Αυτήν την δουλιά θα παθένατε στο λημέρι σας αλλά το πάθατε εδώ. Είδαμε τον απαντώ πόσον παμπέσιδες είσθε και πόσον άνανδροι. Αν μπορούσατε στο λημέρι να μας κάνετε αυτήν την δουλιά θα είσθε πραγματικώς παληκάρια αλλά εδώ χωρίς όπλα και γυναίκες μπορούσαν να το κατωρθόσουν αυτό. Και τον εξύβρισα ακτ’ ατυόν τον τρόπον φωνάζοντας ώστε επενέβη ο Διευθυντής της Αστυνομίας και τον απεμάκρυνε από ημάς. ο δε κόσμος γελούσε εις βάρος του.
Εφθάσαμε εις το Σαράι και μας έφεραν εις την διεύθυνσην της Αστυνομίας και προσωρινώς και τυπικώς μας ανέκριναν. Εκείθεν τους συντρόφους μας έφεραν στην φυλακή Τον Ευκλείδη όμως και εμέ έφεραν κοντά στον Βαλήν προς ανάκρισιν. Επί δύο ώρας μας αρωτούσαν διάφορες αρωτήσεις και κυρίως ποίοι Τούρκοι ήρχοντο εις επαφήν μαζύ μας και ποίοι μας τροφοδοτούσαν.
Και πόθεν εφοδιαζόμεθα από όπλα και πολεμοφόδια και πολλά τέτοια.
Μας έφεραν κ’ εμάς κατόπιν στην φυλακήν στο κρατητήριον όπου ήσαν και οι σύντροφοί μας και μερικοί άλλοι Έλληνες φυλακισμένοι καθώς και καμιά σαράντα Τούρκοι. Μόλις καθήσαμε τα παιδιά μας λένε ότι οι Τούρκοι κατέβασαν από το απάνω πάτωμα όπου και εκεί ήσαν φυλακισμένοι και εχωρίζετο μόνον διά του πατώματος των σανίδων τρία μαχαίρια και απηλούσαν να μας σκοτώσουν και ότι περίμεναν και σας. Εκαθήσαμε και συσπιροθήκαμε σένα μέρος όπως εν ανάγκη αμυνθούμε. βλέπομε και κάτω στους σοφάδες πού καθήμεθα ένα φτυάρι και ένα κασμάν και τα φυλάγαμε καλά όπως εν ώρα ανάγκης μας χρησιμεύσωσι. Μέχρι τα μεσάνυχτα η αγωνία αυτή μας κατέτρεχε οπότε διακρίνωμε στην πόρτα διότι ήτο μόνον με κάγκελα στρατιώτας εφ’ όπλου λόγχην και τον διευθυντήν της φυλακής να φωνάζη τα ονόματα Ευκλείδης και Κων/νος Κουρτίδης να έλθουν έξω. Σαν βόμβα έπεσε αναμεταξύ μας το γεγονός διότι πρίν από μιάς ώρας ήλθαμε και τώρα μεσάνυχτα να μας καλούν έξω με απόσπασμα επέρασε σε όλων μας την ιδέαν ότι πρόκειτε περί εκτελέσεως και όλων τα μάτια βούρκωσαν. Εις ερώτησιν τον Διευθυντήν διατί τώρα νύχτα μας φωνάζουν αφού μόλις μας έφεραν εδώ μας απήντησε ότι ο Βαλής σας θέλη. Αλλά μπορούσαμε να το πιστεύσωμε; και τι όφελος αφού ήμασθε στην διάθεσίν τους. Διά νευμάτων μόνον απεχαιρετήσαμε τους συντρόφους μας και βγήκαμε έξω όπου μας πέρασαν τις χειροπέδες και κυκλώσαντες ημάς οι στρατιώται ξεκινήσαμε προς την πόρτα του Σαραγιού οπόθεν ανέβενε και η σκάλα διά το γραφείον του Βαλή και μόλις στρίψαμε διά την σκέλαν σωθήκαμε και τώρα είπαμε αναμεταξύ μας. Μας παρουσίασαν πάλιν στο γραφείον του Βαλή όπου ευρίσκοντο και πολλοί άλλοι σημένοντες και αξιωματικοί ανώτεροι και διέταξε ο Βαλής να μας βγάλουν τις χειροπέδες και μας επροσέφερε από ένα τσιγάρο. Και κατόπιν άρχισε πάλιν η ανάκρισις αλλά σχεδόν τα ίδια ερωτήματα επί μίαν ώραν μας αρωτούσαν τα αίτια της Ανταρσίας μας και του τρόπου της ζωής μας και εν τέλει μας λέγη ο Βαλής. Δοξάστε τον θεόν πού βρέθηκα εγώ εδώ και έστειλα να σας συλλάβουν μόνον αξιωματικούς και όχι ζαντάρμες ή στρατιώτας διότι ασφαλώς δεν θα φθάνετε μέχρι εδώ ζωντανοί. Το πρόβλεψα και σας γλύτωσα διότι έχουν καρδίαν καμένην από σας.
Τον ευχαριστήσαμε διά την ενέργειάν του αυτήν και πρίν φύγωμε τον παρεκάλεσα αν είναι δυνατόν να με ακούση δύο λεφτά και προθύμως εδέχθη. Αμέσως του εξέθεσα την κατάστασην και το περιστατικόν της φυλακής ειπών Βέημ Η Κυβέρνησις μας συνέλαβε και μπορή να μας τιμωρήση ή και να μας εκτελέση όπως θέλη αλλά δεν είνε σωστόν άνθρωποι πού βρίσκονται σαν κ’ εμάς στην φυλακήν να μας οπλοφωνήσουν. Πάτε λέγει και μην φοβάσθε εγώ θα διατάξω καταλήλως. και μας έφεραν πάλιν πίσω στην φυλακήν. Μόλις άνοιξε η πόρτα και μας είδαν τα παιδιά από την χαράν των δεν ήξεραν τι να κάνουν.
Ο Διευθυντής αμέσως φωνάζη τον αρχηγόν του διαμερίσματος και τον πηγαίνη στον Βαλήν και μετά μισήν ώραν ήλθε πάλιν και εκάθησε κοντά μας και έπιασε κουβέντα μαζύ μας καταλάβαμε ότι θα τον εσύστησε ο Βαλής να μας προσέχη. Αργότερα μας είπε να κοιμηθούμε και να μην φοβούμεθα διότι αυτός ήτο εκεί και μας εφύλαγε, αλλά μπορούσαμε να δώσωμε πίστην στα λόγια του; και μόνον εναλάξ εκοιμήθησαν λίγο τα παιδιά ενώ φυλάγαμε.
Την επομένην ήλθε πάλιν ο Διευθυντής και φωνάξας όλους τους Τούρκους τους έβαλε όλους μέσα στο Τεμίρ καπού δηλ. την καθ’ αυτού φυλακήν αφήσας μόνον εμάς και δύο τρία μικρά Τουρκόπουλα συληφθέντες ως λωποδήται.
Επίσης αδιάσθη και το άνωθεν διαμέρισμα φοβούμενοι εκείθεν δολοφονίαν εναντίον μας με πιστόλια ‘η διά άλλων μέσων. Και έτσι εμείναμε μόνοι εν ησυχία. Αλλά καθ’ ημερηνώς ανακρινόμενοι. Κατά τάς ανακρίσεις βλέπομε και τον Γιακούπ Ζαλούμογλου όστις και αυτός εφυλακίσθη και έμαθαμε πώς συνέβη η σύλλυψίς μας και υπό ποίων επροδώθημεν. Κατά την απουσίαν μας εκ Σάντας προς το Λυκάστ Η Κυβέρνησις όπως έγραψαμε και παραπάνω υπεσχέθη εις τους συντρόφους μας Τούρκους αμνηστίαν και δώρα και παραλαβόντες μαζύ των ένα αξιωματικόν και μερικούς στρατιώτας άρχησαν την καταδίωξίν μας. Επειδή όμως εφοβούντο να πλησιάσουν στα λημέρια μας έστειναν ενέδρας εις τους δρόμους οπόθεν πηγαίναμε σε φιλικά τουρκικά σπίτια διότι αυτοί εγνώρισαν όλους μαζύ μας όντες και επί δέκα πέντε ημέρας εφύλαγαν τον δρόμον της Ούζης προς το σπίτη του Αλή Οσμάν Ζαλούμογλου.

Τας ημέρας αυτάς ημείς είμασθε είς Λυκάστ και μη ευρόντες κανένα πήγαν εις Τραπαζούντα διά να επιστρέψουν αργότερον. Όταν φύγαμε ημείς διά Τραπεζούντα και αφήσαμε τα όπλα μας εις Ούζην ο Αλέξανδρος Σπυριδόπουλος εχάρισε μίαν ταπακιέραν απί ασήμι εις τον Γιακούπ Ζαλούμογλου. Και όταν μίαν ημέραν κατέβενε εις Τραπεζούντα διά εργασίαν του εις τον δρόμον συνήντησε τον Αλή Οσμάν με τους συντρόφους του Ζαντάρμες και κάθησαν λίγο να κουβεντιάσουν. Ο Γιακούπ μη υποψιασθείς έβγαλε την ταπακιέραν διά να κάνουν τσιγάρο και την επρότηνε και στον Αλή Οσμάν, όστις αναγνωρίσας αυτήν τον αρωτά : Πόθεν την πήρες αυτήν την ταπακιέραν είνς καλή. Τον λέγει ότι την αγόρασε από Τραπεζούντα, αλλά ο Αλή Οσμάν του λέγει να με πής την αλήθειαν διότι εγώ γνωρίζω τίνος είνε και πόθεν την πήρες. Εις άρνησίν του ο Αλή Οσμάν εφώναξε τον αξιωματικόν και του έδωσε την ταπακιέραν λέγων ότι αυτή είνε του Αλεξάνδρου Σπυριδοπ. Την γνωρίζω καλώς αλλά ούτος αρνείτε. Αμέσως συλλαμβάνετε ο Γιακούπ και δένετε και δέρνετε ανηλεώς μέχρι αιματώσεως διά να ομολογήση. Ευρεθείς στην ανάγκην ο άνθρωπος και ιδών το ανόφελον της αρνήσεως ομολόγησε την αλήθειαν και ότι γνωρίζη και το μέρος πού βρίσκονται. Τον έφεραν στο σπίτη του και έγεινε έρευνα και βρέθηκαν τα όπλα μας και κατεβάσαντες αυτόν εις Τραπεζούντα ήλθε και υπέδειξε το μέρος μας και αυτός επίσης εκλήσθη εις φυλακήν.

Μάρτιος 1924



Μάρτιος 1924

12._  Ήλθε ένα Ελληνικόν πλοίον εφόρτωσε πρόσφυγας και έφυγε.
Εις τας ανακρίσεις μας έφεραν εις αντιπαράθεσιν με τον Αλή Οσμάν διότι ηρνείτο ότι ήτο μαζύ μας. Και ότι μόνον προπολεμικώς μας εγνώριζε διότι περνούσε από το Τάς κιοπρου όπου είχαμε μαγαζί και μας έβλεπε εκεί. Όταν όμως απεδείξαμε στον Ανακριτήν ότι τότες δεν μας γνώριζε αλλά τώρα και ότι έκανε μαζύ μας σχεδόν ένα χρόνο και ότι ημείς τον πηγαίναμε στο σπίτη του διότι μόνος του εφοβείτο ενώ τώρα μας κάνη τον παληκαράν ενώ στην πραγματικότητα είνε ένας αχάριστος και ελεηνός προδότης.
Επί παρουσία όλων μας ο γραμματεύς του ανακριτού τον λέγη Αλή Οσμάν πραγματικός προδότης βγήκες. Εκοκίνησε και δεν επρόφερε καμίαν λέξην. Και μετά εκλύσθη και αυτός εις την φυλακήν όπου αγνοούμεν το τέλος του.
Καθ’ ημερηνώς τούρκοι κατέβαιναν από τα χωριά και έκαναν παράπονα εναντίον μας νομίζοντες ότι η Κυβέρνησίς των είχε το δικαίωμα να μας τιμωρήση. Ο δε Κάλφας διά μέσων συνενοηθής με τον Βαλήν όστις ήλθε νέα διότι ο παλαιός μετετέθη και ήλθε αυτός όστις ήτο και φοβερός Χριστιανομάχος. Και απεφάσισαν να μας δολοφονήσουν εντός της φυλακής εις κατάληλον περίστασιν. Ευρίσκετο δε εντός της φυλακής ένας τούρκος φίλος μας πολύ εκ Σιανας και όστις μόνος του με τον μικρόν του αδελφόν ήτο εις το άνωθεν πάτωμα. Και όστις τα μάθενε όλα την ημέραν εντός της μεγάλης φυλακής όπου επήγαινε και το βράδυ ήρχετο απάνω. Μόλις λοιπόν έμαθε ότι κάποια δολοφονία μελετάτε εναντίον μας νύκτα μας ειδοποίησε να είμεθα προσεκτικοί διότι ο Κάλφας κάτι κακόν σχεδιάζη εναντίον μας. Την επομένην αμέσως έγραψα στον κ. Λαμπριανίδην τα διατρέχοντα και αναλόγως να ενεργήσουν.
Αμέσως ο Ελβετός ήλθε στον Βαλήν και του απήλεισε ότι εν περιπτώση δολοφονίας των Σανταίων εντός της φυλακής θα ενεργήση καταλήλως ώστε να γίνουν αντίποινα εις τους εν Ελλάδι κρατουμένους τούρκους και εις τον λαόν ακόμη τον Τουρκικόν και καλέσας τον Εισαγγελέα τον κατέστησε υπεύθυνον και έφυγε.
Μετά τινας ημέρας εις το γραφείον του Βαλή εκλήθησαν ο Εισαγγελεύς ο Ζαντάρμα κουμαντάν και διάφοροι άλλοι επίσημοι και τους ανέπτυξε ο Βαλής ότι θα ήτο μεγάλη εντροπή στο έθνος τους αν θα μας άφιναν να φύγουμε και ότι με κάθε τρόπον πρέπει να μας δολοφονήσουν. Έμειναν όλοι σύμφωνοι και μόνον ο Εισαγγελεύς έφερε αντηρήσεις λέγων ότι αφού είσθε σύμφωνοι όλοι δεν μπορώ να κάνω εγώ διαφορετικά μόνον θα με δώσητε τριών ημερών προθεσμίαν να υποβάλω την παραίτησίν μου και ύστερα μπορείτε να κάνετε ότι θέλετε τώρα όμως δεν μπορώ να επιτρέψω ένα τέτοιο πράγμα διότι την ευθύνην φέρω εγώ και έφυγε.


Αι ανακρήσεις είχαν τελειώση και επί τινας ημέρας ήμασθε ήσυχοι.

Απρίλιος 1924



Απρίλιος 1924

10._ Ήλθε πάλιν Ελληνικόν πλοίον διά πρόσφυγας.
11._ Μας έγραψε η Επιτροπή ότι να ετοιμασθούμε διότι αύριον το πρωΐ θα έλθουν να μας πάρουν διά το βαπόρι. Ήτο απερίγραπτος η χαρά μας και δεν εκλείσαμε μάτι όλην την νύκτα.
Προς το βράδυ ήλθε και ο Διευθυντής της φυλακής και μας λέγει ότι ο Εισαγγελεύς σας ειδοποιεί να ετοιμασθήτε διά να φύγετε αύριον. Ήσαν μαζύ μας και δέκα τέσσαρες Αμησιανοί κρατούμενοι στας φυλακάς του Ερζιγκάν ως πολιτικοί κατάδικοι διά το ζήτημα του Πόντου και οίτοινες προ τεσσάρων ημερών ήλθαν εις Τραπεζούντα και τους έφεραν μαζί μας.
Πρίν ξημερώση ήμασθε επί ποδός και τα πράγματά μας έτοιμα.
12._ Ήλθε ο διευθυντής των φυλακών και ανοίξας την πόρταν εφώναξε με την σειράν τα ονόματα των Αμοισινών και βγήκαν έξω οπότε πλέον θα ήρχετο η σειρά σ’ εμάς αλλά δυστυχώς βλέπωμε ότι η πόρτα έκλεισε αμέσως. Εφωνάξαμε τον Διευθυντήν αλλά του κάκου μας λέγει ότι εσείς αργότερα διότι ο Βαλής το διατάζη.
Κεραυνός αν έπεφτε δεν θα μας πείραζε τόσον και εμείναμε στας θέσεις μας μη γνωρίζοντες τι να κάνωμεν. Όλην την ημέραν φαγί δεν βάλαμε στο στόμα μας και περιμέναμε το μοιραίον.
13._ Πρωΐ βλέπομε τον Εισαγγελέα να έρχετεκαι ανέβηκε στο γραφείον της φυλακής οπότε κατέβηκε ο Γραμματεύς και κάλεσε δύο από μας να ανεβούμε στο γραφείον διότι μας θέλει ο εισαγγελεύς. Ανεβήκαμε αμέσως εγώ και κάποιος Προκόπης Προκοπίδης εξ Αρδάσης διότι εγνώριζε καλά και απτέστως την Τουρκικήν. Όταν φθάσαμε ο Εισαγγελεύς εκάθητο πρό του γραφείου και διέταξε τον Γραμματέα να μας φέρη καθήσματα και μας πρόσφερε τσιγάρο διέταξε και μας παρήγγηλε και καφέ. Ενώ αυτός κρατούσε το κεφάλι του μεταξύ στα χέρια του και κάθετο σκεπτικός. Μετά τινα λεφτά σήκοσε το κεφάλι του και μας λέγει: Παιδιά μου χθές σας ειδοποίησα να είσθε έτοιμοι να φύγητε. Γνωρίζω πόσον είσθε κακισμένοι τώρα και σε τι ψυχικήν κατάστασιν βρίσκεσθε. Αλλά μην έχετε ανάγκην ενώσω βρίσκομε εγώ εδώ θα σας στέλνω στας οικογενείας σας. Δεν φταίω εγώ παιδιά αλλά «Πίρ τεγιουζίν σεπεπιντενκερί καλτινιζ» δηλ. Ένας άτιμος σας άφησε πίσω και σηκωθείς έφυγε εκ του γραφείου και μας άφησε εκεί με τον διευθυντήν της φυλακής. Με τον οποίον είχαμε καλάς σχέσεις διότι ήτο και παλαιός φίλος του πατέρα μας και με όλο το θάρος τον αρώτησα. Μουσταφά εφέντη εδώ πρό ολίγου ο Εισαγγελεύς είπε μίαν κουβέντα ότι ένας άτιμος σας άφισε πίσω ποίος άραγε είνε ο άτιμος αυτός; Εγέλασε και μας λέγει : Πολλά τα γυρεύεις δεν είνς σειρά τώρα αργότερα θα σας πώ. Και σηκοθέντες κατεβήκαμε στην φυλακήν και είπαμε στους συντρόφους μας ότι έγινε στο γραφείον και σκεπτόμαθε τι να εσήμενον όλα αυτά. Και πώς ήλθε ο εισαγγελεύς και μας φώναξε εκεί. Μας ήτο ανεξήγητον και περιμέναμε την κατάληλον στιγμήν να μάθωμεν από τον Μουσταφά εφέντην. Με τον οποίον συχνά βγέναμε στο προαύλιον της φυλακής και πίναμε καφέ.

Μετά τινας ημέρας η Επιτροπή ήλθε στον Βαλήν και εζήτησε τον λόγον διά τον οποίον μας καθηστέρησε και όστις ευρών πρίφασιν ότι μετά την συνθήκην της Λωζάνης οπότε μας εδώθη αμνηστεία ως πολιτικοί κατάδικοι εκάναμε δήθεν μίαν ληστείαν και διά την οποίαν δεν έδωσαν ακόμη ανακρήσεις. Προφάσεις εν αμαρτίαις. Και διά το οποίον ούτε μας έγινε αρώτησις.

Μάιος 1924



Μάιος 1924

1._ Επειδή η Επιτροπή έφυγε πάλιν διά λίγες ημέρες εις Αμισόν και έμεινε εις Τραπεζούντα μόνον ο Γραμματεύς από τον οποίον πήραμε την εξής επιστολήν :

COMMISION MIXTE
POUP L’ ECHANGE DE POPYLATIONS
GRECQUES ET TURQUES
SEPTIEME SOUS – COMMISSION
Νο ______
         
          Προς τους εν τη φυλακή Τραπεζούντος Έλληνας ανταλλαξίμους
Εξαντλήσαμεν όλα τα μέσα με τάς επιτοπίους αρχάς. Τώρα ενεργούμεν μέσον Κυβερνήσεως. Μην απελπίζεσθε. Αλλά και μη δίδετε καμίαν σημασίαν εις τα λόγια του α’ και του β’. Με το προσεχές προσφυγικόν ατμόπλοιον θα σας στείλωμαι. Μένετε ήσυχοι δεν σας λησμονούμεν.
                                                                      Σεϊτανίδης
Εν Τραπεζούντι τη 1η Μαΐου 1924

20._ Ευρισκομένης εισέτι της Επιτροπής εις Αμισόν ήλθον δύο πλοία ακόμη Ελληνικά και τα εκάθησαν πέντε έξη ημέρες περιμένοντες την επιτροπήν. Ήσαν το Καβάλα και Θρασύβουλος τα οποία θα έπερναν όλους τους Έλληνας ανταλαξίμους.
23._ Ήλθε η Επιτροπή και συνενοήθη μετά του Βαλή διά να φύγωμεν με αυτά τα πλοία διότι δεν θα έμενε κανείς άλλος και απεφασίσθη.
24._ Επειδή ήτο ημέρα αργίας διά τους Τούρκους ο εισαγγελεύς διέταξε τον Ζαντάρμα Κουμαντάν να κλείση τις εξώθυρες του Σαραγιού και να μη επιτρέψει κανέναν Τούρκον μέσα. Τον δε Διευθυντήν των φυλακών να ανοίξη την πόρτα μας και να μας αφήση ελευθέρους να γυρίσωμε μέσα στο προαύλιον του Σαραγιού διά να ξεμουδιάσουν τα πόδια μας ύστερα από τριών μηνών φυλακήν όπως και έγινε. Και όλην την ημέραν είμεθα ελεύθεροι μετά του Διευθυντού των φυλακών Μουσταφά εφέντι Εγιούπ Ζαδέ και όστις ευρόν ευκαιρίαν σήμερα μας διηγήθη όλον το περιστατικόν του Βαλή μετά του Εισαγγελέως και τα λεχθέντα κατά την συνεδρίασην εκείνην ήτις απολύτως συνήλθε μόνον διά το ζήτημα της δολοφονίας μας και χάριν του Εισαγγελέως γλυτώσαμε.
Και τότε μόνον κατελάβαμε ότι ο άτιμος εκείνος διά τον οποίον έλεγε ήτο ο Βαλής όστις διεκρίνετο διά τα μισοελληνικά του εσθήματα κατήγετο εξ Αδριανουπόλεως και είχε διορισθή και άλλοτε Βαλής Τραπεζούντος και ήτο γνωστός ως τοιούτος.
Είχε καταβάλλη πάσαν προσπάθησιν διά να επιτύχη τον σκοπόν του αλλά δεν το επέτυχε διότι τας ευθύνας θα έφεραν άλλοι και ως εκ τούτου δεν έμειναν σύμφωνοι.
25._ Ημέρα χαράς και Ελευθερίας. Αλλά και κινδύνου συνάμα.
Πρωΐ με τα χαράγματα ένας ιατρός εκ των περιχώρων της Αργυρουπόλεως και του οποίου το όνομα με διαφεύγη πήγαινε τα δέματά του εις την αποβάθραν διότι σήμερα θα έφευγαν τα πλοία και θα πήγαινε και αυτός. Μόλις έφτασε στην αποβάθρα είδε μίαν ασυνήθη και αλόκοτον κίνησιν υπόπτων τινών τούρκων οίτοινες φέροντες ενδυμασίαν πολιτικήν και μάλιστα ζίπκας και έχοντες όπλα κάτω από της κάπες των περιεφέροντο εκεί δίχως να φένεται κανένας αστυνομικός.
Και επειδή εγνώριζε ότι κ’ ημείς θα φύγωμε σήμερα και υποψιασθείς απόπειραν εναντίον μας αμέσως πήγε και ειδοποίησε τον κ. Λαμπριανίδην περί των όσων είδε.
Και συνενοηθείς μετά του Ελβετού ο Λαμπριανίδης τον εξέθεσε την κατάστασιν και αμέσως ήλθε προς τον Βαλήν και διεμαρτυρίθη διά το άτοπον που γίνετε κοντά στα όματα της Κυβερνήσεως και της Αστυνομίας απειλών συνάμα εν περιπτώσει αποπείρας.
Κατόπιν ήλθε εις το γραφείον του Διευθυντού της Αστυνομίας και συνενοηθείς και μαζύ του τον παρεκάλεσε να τηλεφωνήση όπως έρχετε ένα αυτοκίνητον να μας παραλάβη. Κατέβηκε δε ο ίδιος μαζύ με τον Διευθυντήν των φυλακών και ανοίξας την πόρταν μας φώναξε να βγούμε με τα πράγματά μας και να παραταχθούμε επί δύο ζυγών διά να μας μετρήση, και αρώτησε αν είμεθα όλοι παρόντες. Διέταξε και κατεθέσαμε τα δέματα που κρατούσαμε και μας έφερε έξωθεν του γραφείου του Διευθυντού της Αστυνομίας εις το παλγόνη και με τα ολίγα Ελληνικά και Τουρκικά πού εγνώριζε αστειευόνταν μαζύ μας επί δέκα λεφτά της ώρας. Οπότε βλέπομε αυτόν να νευριάζη και να κάνη βόλτες στο παλγόνη συνάμα χτυπών δυνατά το μπαστούνι του στο πάτωμα. Δεν γνωρίζαμε το αίτιον και μας εφένετο περίεργον το διατί. Και χάσας πλέον την υπομονήν του εισέρχετε στο γραφείον και αρχίζη τις φωνές και βρισές κατά του Διευθυντού όστις του ζητούσε συγγνώμην ως δήθεν ξεχάσας. Και μετά πέντε λεφτά βλέπομε και έρχεται ένα μεγάλον αυτοκίνητον φορτηγόν με ένα σωφέρ Άραβα και σταμάτησε μεσ’ την αυλήν του Σαραγιού. Αμέσως διέταξε και κατεβήκαμε και αναλαβόντες τα δέματα μετρών ο ίδιος πάλιν μας έβαλε στο αυτοκίνητον. Έβαλε και κάθησε μαζύ μας και ο Διευθυντής των φυλακών ενώ αυτός έχων υπό μάλης τον φάκελόν μας όστις του εδώθη υπό του Διευθυντού της Αστυνομίας εκάθησε με τον σωφέρ έχων και δίπλα του ένα αξιωματκόν της χωροφυλακής όπισθεν δε έβαλε και κάθισαν ένας Τσαούσης και ένας Ζαντάρμας ως φύλακες και ξεκινήσαμε.
Μόλις φθάσαμε στην αποβάθραν αμέσως κατέβηκαν αυτοί και οα αξιωματικός μη επιτρέψας εις ημάς να κατεβούμε και επί πέντε λεφτά ερευνούσαν το πλήθος πού βρίσκετο εκεί. Είχε ετοιμασθή και η βάρκα εκ των προτέρων και επερίμενε εκεί, ήλθε και διά τρίτην φοράν μετρών μας έβαλε στην βάρκα καθώς και τους οδηγούς αξιωματικόν Τσαούσην και Διευθυντήν και τελευταίος ο ίδιος και φθάσαμε επί του Ελληνικού πλοίου Καβάλα, οπόθεν οι Τούρκοι εγύρισαν πίσω. Μας πήγε στον πλοίαρχο και του συνέστησε να μας δωθή το καλίτερον μέρος και τροφή καλή και από ένα πακέτο τσιγάρα καθ’ ημερηνώς του έδωσε και τον φάκελον και αποχαιρετήσας όλους μας αφήνων και την κάρταν του έφυγε πάλιν διά την υπηρεσίαν του.
Βρισκόμεθα πλέον επί Ελληνικού εδάφους και δεν ξέραμε πώς να εκδηλώσωμεν την χαράν μας. Τότε πλέον ήρχοντο όλοι οι γνωστοί μας και μας ενηγκαλίζοντο και μας προσέφερον διάφορα δώρα.
Εδώ θα ήτο παράλυψης αν δεν σειμηώναμε και λίγα περί του φίλου μας Αλή όχι όμως με ορισμένην ημερομηνίαν διότι εντός της φυλακής δεν ήτο δυνατόν να έχω σημειώσεις διότι και διά το ημερολόγιον αυτό μου έγινε μεγάλη βία να το φανερώσω διότι οι προδότες το γνώριζαν και ο ανακριτής επανηλημένως μου αρωτούσε τι το έκανα εδικαιολογήθην ότι κατά την κάθοδόν μας εις Τραπεζούντα το έκαψα. Αλλά και πολλές φορές μας έγινε σωματική έρευνα μέχρι κοκκάλων.
Αλλά θα τα γράψω όπως συνέβησαν. Μόλις όμως συνελήφθημεν μετ’ ολίγας ημέρας ήλθε εις Τραπεζούντα ο Αλής και μας επεσκέφθη στην φυλακήν μακρόθεν όμως και με νεύματα αρωτούσε πως περνάμε διότι εφοβήτο την μύνην του λαού.
Μας έστειλε μέσα διά του δεσμοφύλακος όστις δεν κατήγετο από αυτά τα μέρη και αδιαφορούσε λίγο τυρί βούτηρο και γιαούρτη και διάφορα άλλα. Μετά τινας ημέρας πάλιν ήλθε και μας έφερε πάλιν τρόφημα και συνενοήθη μετά του δεσμοφύλακος ότι άλλην φοράν θα φέρη και αυτόν δώρα αν του επιτρέψη να έλθη μέσα στην φυλακήν διότι κανείς Τούρκος δεν ήτο μέσα.
Και πράγματι όταν κατέβη άλλην φοράν κατώρθοσε και μόλις εβράδυασε ο δεσμοφύλακας άνοιξε την πόρτα και τον έβαλε μέσα. Όλην την νύκτα δεν κοιμήθηκε ο άνθρωπος και ήθελε να κουβεντιάση μαζύ μας. Μας εξόρκισε μόλις φθάσωμε στην Ελλάδα να του γράψωμε την διεύθυνσήν μας διότι μας έλεγε ότι εξάπαντος το φθινόπωρον κατά Αύγουστον μηνα θα έλθω και εγώ, εδώ δεν μπορώ να μείνω πιά.
Τώρα έλεγε μου είνε αδύνατον διότι εκτός που δεν έχω στο χέρι καθόλου λεφτά ίσως να με παρακολουθούν και να με συλλάβουν Έχω έλεγε τα δύο κορίτσια μου τα οποία θα φροντίσω να πανδρέψω αμέσως και θα πουλήσω τα ζώα και μερικά πράγματα και θα έλθω εις Κων/πολιν όπου δεν με ξέρη κανείς και εκείθεν ευκόλως θα έλθω να σας βρώ, με την γυναίκα του Χαβάν και τον μικρόν του Χασάν. Διά τον οποίον έλεγε θα εκπατρισθώ μόνον και μόνον να γίνη αυτός άνθρωπος.
Θέλω έλεγε να μάθη γράμματα και να μην μένη σαν κ’ εμένα αγράμματος ενώ εδώ δεν μπορώ να κάνω τίποτε διότι ούτε σχολεία υπάρχουν και ούτε μου είνε δυνατόν να τον στέλνω μακρυά. Και ήτο η μόνη αγνή και ηληκρινής επιθυμία του. Και άξιζε πραγματικώς το παιδί αυτό να μάθη γράμματα διότι είχε μίαν μεγάλην ιδιοφυείαν και εξυπνάδα ώστε μπορούσε μίαν των ημερών να αναδειχθή. Επίσης εδείκνειε αν και παιδί ακόμη μίαν μεγάλην τόλμην και εντιμότητα. Θυμούμε ακόμη ένα περιστατικός το οποίον ολίγον έλυψε να του στοιχήση την ζωήν. Όταν μερικές φορές πηγαίναμε στο σπίτη τους και ο γέρος έλυπε αμέσως ήρχετο ο μικρός Χασάν μας χαιρετούσε και μας έλεγε τώρα θα πεινάσατε βέβαια τι θέλετε να φάτε να πώ στην μαμά να σας ετοιμάση.
Ο πατέρας δεν είνε εδώ αλλά δεν πειράζη εγώ ξέρω την δουλιά και μη φοβάσθε έβαλα τα κορίτσια και φυλάνε. Και εις ερώτησίν μας γιατί αυτός ως άνδρας που είνε δεν φυλάγη και βάλη τα κορίτσια μας έλεγε τώρα εγώ είμε μικρός και δεν έχω όπλον όταν θα με δώσητε ένα πιστόλη τότες εγώ θα σας φυλάγω. Ήτο η μανία του το πιστόλι και πολλές φορές μας τόλεγε να του φέρομε ένα. Όταν σε κάποιον επισόδιον βρήκαμε ένα πιστόλι για μας άχρηστον ήτο από εκείνα τα Αυστριακά με σφαίρες μολύβδινες. Το φέραμε δώρον στον Χασάν και ήτο απερίγραπτος η χαρά του με αυτό. Και όταν το καλοκαίρι θα πήγαιναν στο παρχάρι τους ο Αλής πήγαινε εκείνην την χρονιάν με κάτι αγάδες εκ Σουρμένων τους μεγάλους και πολύ Σούιτς μέζ ογλού διότι η κόρη του ήτο όπως γράψαμε και παραπάνω φυγάς και αυτοί τους επροστάτευαν.
Ο Χασάν βρήκε την ευκαιρίαν διά να επιδείξη το πιστόλι του και σαν άνδρας το κρέμασε στην μέσην του και ξεκίνησαν ενώ θα ήτο τότες μόνον ένδεκα χρονών. Μόλις ανέβηκαν στο βουνό και αντάμωσαν με τους αγάδες εκεί που πήγαιναν στον δρόμον ο Χασάν επιδεικτικώς εφανέρωνε το πιστόλι του.
Άρχησαν τότε τα παιδιά των αγάδων να τον κοροϊδεύουν και να τον βρίζουν ήσαν και μαγαλύτερά του και δεν πορούσε να κάνη τίποτε ενώ αυτά τον επείραζαν συνεχώς δεν είχε άλλην διέξοδον ο Χασάν και βγάζη το πιστόλι και με τις λέξεις : Ανανουζί σικέρουμ, και προτίνας το πιστόλι κατ’ ενός εξ αυτών κόβη την σκανδάλην. Ευτυχώς δεν άναψε και το παιδί εσώθη, ενώ ο Χασάν ετοιμάζετο διά δευτέραν φοράν αλλά προλαβών ο Αλής το πέρνη από τα χέρια του και σπάσας αυτό το πέταξε μακρυά. Ενώ ο Χασάν έκλαιγε από το κακό του και απειλούσε τον πατέρα του ότι θα τον καταγγείλη σ΄εμάς που έσπασε το πιστόλι.
Ήτο καθόλα παιδί δαιμόνιο αλλά δεν έζησε ο δυστυχής πατέρας του να το χαρή.
Όσον καιρόν ήμασθε εκεί οι Τούρκοι εφοβούντο να τον πειράξουν διότι ήξεραν ότι μεγάλη θα ήτο η εκδίκησες διά τον Αλήν αλλά μόλις φύγαμε ύστερα από είκοσι ημέρας όπως είχαμε μάθη από πατριώτας μας πού ήλθαν κατόπιν τον εσκότωσαν.
Είχαμε ξενυχτήση λοιπόν την βραδυά εκείνην μαζύ του και πρωΐ ανοίγη την πόρτα ο δεσμοφύλαξ και τον έβγαλε έξω. Και την ημέραν ακριβώς που θα φεύγαμε διά το πλοίον ο Αλής κατέβηκε πάλιν και πήγε στην φυλακήν αλλά επληροφορήθη ότι μόλις φύγαμε. Έτρεξε κατόπιν μας αλλά ημείς φύγαμε με αυτοκίνητον και αυτός έφθασε αργά όταν ημείς διά της βάρκας αναβαίναμε στο πλοίον.
Και μαθών το αίσιον της φυγής μας ο Αλής λέγει εις παρευρισκομένους πατριώτας μας δώξαν νάχη ο Αλάχ, ας γλύτωσαν αυτοί και εγώ ας πεθάνω. Και μας διεβίβασε τας ευχάς του διά το ταξείδη και διά την καλήν αντάμωσην.
Δεν λησμονούντε κάτι τέτοιοι άνδρες που η μεγαλοψυχία τους είνε ανώτερη και των δυνάμεών των. Από τον Άγιον Γεώργιον του Πειραιώς όπου πήγαμε αρχικώς του γράψαμε το πρώτον και τελευταίον γράμμα και στο οποίον δεν πρόλαβε να απαντήση.
Από τας καρδίας μας όμως δεν εξαλύφετε ποτέ η μνήμη και φυσιογνωμία του.

26._ Πρωΐ το πλοίον μας έφθασε στον λιμένα της Αμισού οπόθεν πήραμε και άλλους πρόσφυγας και σαράντα φυλακισμένους και φύγαμε διά Κων/λιν όπου εμείναμε δύο ημέρας διά κάποιαν βλάβην του πλοίου και προς επιδιόρθωσιν. Μόλις βγήκαμε από τα Δαρδανέλια και φθάσαμε σε Ελληνικά ύδατα ένα Ζήτω ηκούσθη από χιλιάδες στόματα και η θάλασσα εκοκκίνησε από τα φέσια τα οποία πετούσε στην θάλασσαν ως τελευταίον στίγμα πού έφεραν απί την Τουρκίαν.

Ιούνιος 1924



Ιούνιος 1924

3._ Φθάσαμε εις Θες/νίκην διά να μας βγάζουν εις Καλαμαριάν αλλά από Καρά πουρούν μας εδώθη σήμα να φύγωμεν διά Πειραιά διότι η Καλαμαριά ήτο γεμάτη πρόσφυγας και δεν χωρούσαν πλέον στα συρματοπλέγματα. Επειδή όμως είχε εξαντληθή εντελώς το νερό μας φθάσαμε εις τον λιμένα της Θες/νίκης και πλευρίσαμε εις ένα άλλο πλοίον να μας δώση νερό. Ήλθαν πολλοί πολλοί πατριώται και μας επεσκέφθησαν φέροντες και διάφορα τρόφημα. Και κατόπιν φύγαμε διά Πειραιά.
5.­_ Εφθάσαμε εις Άγ. Γεώργιον όπου εμείναμε επί είκοσι δύο ημέρας και


30._ Με το ίδιο πάλιν πλοίον εφθάσαμε εις Θες/νίκην κατόπιν πολλών κακουχιών και στερήσεων.

Ιούλιος 1924



Ιούλιος 1924

2._ Εφθάσαμε εις το χωρίον Βολοβότ όπου ευρίσκετο η οικογένειά μας.
Αλλά δεν βρήκαμε εν ζωή τον γέρο πατέρα και μητέρα μας.
Τον περασμένο φθινόπωρο και όντες ημείς εις την φυλακήν είχαν πεθάνη και οι δύο εντός δέκα πέντε ημερών δίχως να μάθουν την Απελευθέρωσίν μας. 
Αιωνία τους η μνήμη.


Εμείναμε εις το χωρίον αυτό το κατόπιν ονομασθέν Νέα Σάντα εγκατασταθέντες τη βοηθεία της κυβερνήσεως.

Η ΕΠΤΑΚΩΜΟΣ ΣΑΝΤΑ

Η ΕΠΤΑΚΩΜΟΣ ΣΑΝΤΑ

Η Σάντα η επτάκωμος

Εις τα Ν.Α. της Τραπεζούντος κειμένη επί υψηλού οροπεδίου η Σάντα αποτελείτο εξ επτά ενοριών των εξής : Πιστοφάντων, Ισχανάντων, Τερζάντων, Ζουρνατσιάντων, Κοσλαράντων, Πινατάντων και Τσακαλάντων. Όλες δε οι ενορίες εκείντο επί του ποταμού Ιάμπολου.

Επίσης αι ενορίες είχον και άλλα επτά παραρτήματα γενικώς Φτελένια ονομαζόμενα τα εξής : Μεγ. Φτελέν Χαρατσιάντων Αλιάντων Υπαπαντή Κοπαλάντων Καρά Κοτέλ και το Ρακάν.

Ως εκ του ορεινού εδάφους της η Σάντα ήτο άγονος οι κάτοικοι ασχολούντο εις την κτηνοτροφίαν και εις την καλλιέργειαν της πατάτας και ολίγον λαχανικών μόνον προς ιδίαν χρήσην. Όλοι οι άνδρες αναγκάζοντο να μετέρχονται εις την Ρωσίαν την Αμερικήν και αλλαχού διάφορα επαγγέλματα εκτός ολίγων οίτινες έμεναν διαρκώς εις την Σάνταν ως έμποροι ξυλουργοί διδάσκαλοι κ.τ.λ.. Λόγω λοιπόν του ορεινού εδάφους και της ανεπαρκούς συγκοινωνίας η ζωή καταντούσε λίγο δύσκολος επί πλέον δε και οι ληστείες των Τούρκων όταν πηγαινοέρχονταν εις Τραπεζούντα, ανάγκασαν πολλούς εκ των κατοίκων να μεταναστεύσουν εις Ρωσίαν όπου εσχιμάτησαν πολλές κοινότητες και χωριά ίσως παραπάνω από ότι έμειναν στην Σάντα.

Όταν τον Απρίλιον του 1916 οι Ρώσοι κατέλαβαν την Τραπεζούντα ελευθερώθηκε και η Σάντα εκ του Τουρκικού ζυγού και άρχισαν οι ξενητεμένοι Σανταίοι να φθάνουν στα χωριά τους. Και επειδή λόγω του πολέμου είχε δουλειές πολλές και γνωρίζοντες οι Σανταίοι την γλώσσαν εκέρδιζαν πολλά λεφτά και η ζωή τους καλυτέρευσε κατά πολύ και το κυριότερον η ελευθερία. Μόνον όμως δύο χρόνια βάσταξε η κατάστασις αυτή διότι στα τέλη του 1917 οπότε άρχισε η Ρωσική κατάρρευσις εξ όλων των μετώπων του πολέμου τότε επρόκειτο η Σάντα να υποστεί τα μεγαλύτερα δεινά, τα οποία θα αφηγηθούμε εις το παρόν ημερολόγιον.