Σάββατο, 24 Μαΐου 2014

Νοέμβριος 1923



Νοέμβριος 1923

1._ Μαζύ με τον Χασάν Τέκονος πήγαν πέντε παιδιά εις Καρά τερέν διά ταξείδι.
3._ Ήλθαν από Καρά τερέ όπου συνέλαβαν μερικούς τούρκους τους λήστεψαν και τους άφησαν εις Παϊράμ εσκότωσαν δύο αγριόχοιρους και τους φέρανε.
5._ Μερικοί σήμερα πήγαν στον μύλον. Ήλθε πάλιν ο Χασάν Τέκονος.
Προς το βράδυ ακούωμεν τρείς πυροβολισμούς και συνάμα να καίγονται στα βουνά τα ξερά χόρτα και εκάπνιζαν.
6._ Πρωί πήγαν καραούλι δύο παιδιά εις Κιρετς χανέ Τσιαρτακλή και βλέπουν σαράντα στρατιώτας να βγαίνουν από τα χωριά.
7._ Πήγαν πάλιν αλλά σήμερα δεν εφάνη κανείς.
8._ Από Καρά κοτύλ ακούσαμε δύο πυροβολισμούς και σφυρίγματα ήσαν οι σύντροφοί μας ήλθαν από Σούρμενα και μας εκαλούσαν εκεί αντίκρυ στο λημέρι.
Πήγαμε δύο και μάθαμε ότι ο Ομέρ αγάς έγραψε επιστολήν και λέγει ότι το Μοτέρ είναι έτοιμον εντός οκτώ ημερών να κατεβήτε διά να φύγετε.
9._ Φωνάξαμε και τους άλλους και ήλθαν και βράδυ τέσσαρες έφυγαν διά Χάρουξαν και την επομένην θα μας περίμεναν εις το βουνό Εζέκ ταγί όπου θα φθάναμε κ' ημείς διά να φύγωμε κάτω εις Σούρμενα.
10._ Φύγαμε πάλιν όλοι και κατέβημεν εις Πέρβαναν.
11._ Βράδυ μέσον Άχους και Κάχωρας κατέβημεν εις Πυργή ανταμόσαμε τον Αλή Οσμάν και τους άλλους και φθάσαμε όλοι μαζύ εις Σαμαέρ.
13._ Βράδυ κατέβημεν εις Καλετσίκ βρήκαμε τους ανθρώπους του Ομέρ αγά οίτινες μας λέγουν ότι το Μοτέρ είναι έτοιμον αλλά η Κυβέρνησις φυλάγη και από θαλάσσης και ξηράς διότι υποψιάζονται και είναι επικίνδυνον αν είναι δυνατόν να μένετε μερικές ημέρες ακόμη και ύστερα. Από εκεί τέσσαρες πήγαν εις Μακάβλαν και οι άλλοι περάσαμε εις το δάσος Καρά αγατς προς το μέρος της Γεμουράς παρά τας εκβολάς Γιάνπολι και έναντι του χωρίου Πυργή.
15._ Βράδυ πήγαν τρείς εις Πυργή να φέρουν ψωμί.
16._ Ήλθαν αφού αντάμοσαν και τους εις Μάκαβλαν πηγαίνοντας και οίτινες ήλθαν εις Πυργή και εκείθεν να συνενοηθούν με τον Ομέρ αγάν.
Βράδυ εστείλαμε πάλιν προς αυτούς να μάθωμεν κ' ημείς περί του πρακτέου.
Ήλθαν μεσάνυκτα και λένε ότι ο Μοτερτσής έγραψε να κατεβούμε διότι είναι έτοιμος και περιμένη. Κατέβημεν αμέσως εις Γιάνπολι οπόθεν είχαμε συμφωνήση να μας παραλάβη.
17._  Πήγαμε μαζύ με τον Ευκλείδην μερικοί και συνηντήσαμε τον Μοτερτσήν αλλά δεν θέλη να μας παραλάβη από Γιάνπολι λέγων ότι είναι επικίνδυνον το μέρος. Και ότι προς μεγαλειτέραν ασφάλειαν αν θέλωμε να μας φέρη με βάρκα σε μίαν μαούναν έξωθεν του λιμένος των Σουρμένων και η οποία από χρόνια ήτο εκεί εγκαταλελημένη και να κρυφτούμε εκεί μέσα και να φύγωμεν, ήταν τα λόγια του τόσο μπερδεμένα ώστε καταλάβαμε ότι πρόκειτε περί προδοσίας, και διά να δοκιμάσωμε και τους συντρόφους μας Τούρκους Αλή Οσμάν και Μεχμέτ αγάν και οι οποίοι ήτο λόγος και συμφωνία να φύγουν μαζύ μας, εδέχθημεν την πρότασιν του Μοτερτσή και τους είπαμε να έλθουν μαζύ μας στην Μαούνα και εκείθεν να φύγωμε.
Ο μεν Αλή Οσμάν εδικαιολογήθη ότι είχε κάποια επήγουσα δουλιά και δεν μπορούσε να έλθη μαζύ ο δε Μεχμέτ αγάς ως φένεται μη γνωρίζων τίποτε εδέχθη λέγων ότι μέχρι θανάτου δεν θα αποχωρισθώ από σάς και ήθελε να στείλη αμέσως κάποιον εξάδελφόν του εκείθεν εις το παραπάνω χωριό διά να του φέρη τα ρούχα του και μερικά λεφτά από την αδελφήν του, αλλά αυτός ηρνήθη να πηγαίνη εμποδίζων και αυτόν λέγων ότι η μητέρα του θα τρελαθή αν φύγη εις Ρωσσίαν. Το συμπέρασμα ήτο ότι και αυτοί οι σύντροφοί μας ίσως θα ήσαν εν γνώσει των γεγονότων όπως απεδείχθη και εκ των υστέρων. Και εφρόντιζαν να μας απομονόσουν και να μας φέρουν μέσα στην Μαούνα οπόθεν θα ήτο αδύνατος η φυγή μας και η αντίστασίς μας και θα μας συνελάμβανον δίχως κόπους και θυσίας, και μη φανερόσαντες τίποτε και στους συντρόφους μας Τούρκους επεκρούσαμε την πρότασιν και φύγαμε διά να γυρίσωμε στα χωριά μας.
Όπως δήποτε όμως αυτοί έμειναν ικανοποιημένοι διότι εκανόνισαν την δουλιά τους κατ' άλλον τρόπον τη συνενοήση της Κυβερνήσεως και εστάλησαν αποσπάσματα σε όλους τους δρόμους και μονοπάτια πού ήτο δυνατόν να φθάσουν στην Σάντα και αν μεν απετύγχανον το σχέδιον διά της Μαούνας θα επετύγχανον να μας κλείσουν εις ενέδραν ανυπόπτους προς τα απάνω βουνά και να μας εξοντώσουν. Εν τω μεταξύ έφθασε και ο Χασάν Τέκονος τον οποίον είχαμε μαζύ και εφορτόνετο μερικά πράγματά μας και τον στέιλαμε την ημέραν εις την αγοράν να ιδή τι γίνεται εκεί και μας λέγει ότι σήμερα η αγορά είναι γεμάτη από στρατιώτας και Ζαντάρμες και ασύνηθης κίνησις επικρατούσε εκεί. Δεν χάνομε καιρόν πλέον φεύγομε και φθάνομε εις Πυργή όπου ανταμώσαμε τον Αλή Οσμάν και όστις λέγει ότι και εκεί έφθασε στρατός, και από διάφορα μονοπάτια και αδιάβατα μέρη εφθάσαμε με πολήν προσοχήν εις Χάραν, όπου από ένα σπίτι πήραμε ψωμί και από Φόσην εφθάσαμε εις Μάχτελαν.
18._ Βράδυ ανέβημεν εις Αβέτ ογλού εφάγαμε εδώ ο Αλή Οσμάν με τους συντρόφους του καθώς και οι δύο Αρμενείς έμειναν μη θέλοντες πλέον να έλθουν απάνω. Ημείς φύγαμε και φθάσαμε εις Αλτσιάκ τερέ.
19._ Εφθάσαμε εις Χόσρα ταγίν και εκεί εμείναμε κοιμηθέντες μέχρι το βράδυ όπως εκείθεν κατεβούμε εις Ότς στον χότσια μας διά να πάρωμεν ψωμί και να μάθωμεν και ειδήσεις. Είπαμε προηγουμένως διά τον χότσαν αυτόν πόσον καλός και ειλικρινής άνθρωπος ήτο, ελέγετο Ασκάρογλου χότσια εφέντι.
Μόλις νύχτοσε κατεβήκαμε σπίτι του και αμέσως έφερε φαγί και φάγαμε. Και εθαύμαζε και μας αρωτούσε πόθεν εφθάσαμε εκεί διότι λέγει ο τόπος είναι γεμάτος Αποσπάσματα και ως έμαθα λέγει και οα Κάλφας εδώ στο βουνό βρίσκεται. Αν και μας τα αποκρύπτουν οι τούρκοι διότι μέχουν λέγει ως δικόν σας αλλά από διαφόρους έμαθα ότι για σας πρόκειτε, να φυλαχθήτε πολύ διότι βρίσκοντε παντού και κυρίως σ' αυτόν τον δρόμον που θα πάτε. Δεν γνωρίζω παρά πάνω το μόνον που ξέρω είνε ότι κινδυνεύετε πολύ κατά τα λεγόμενα μερικών Τούρκων που άκουσα.
Μας έβαλε σε μεγάλην υπόνοιαν ο χότσας αλλά δεν πιστεύαμε κιόλας σ' αυτά τα βουνά να έλθη στρατός και να μας περιμένη αφού εγνώριζε ότι βρισκόμεθα κάτω και μέσα σε τουρκικά χωριά.
Ευχαριστήσαμε τον χότσαν και φύγαμε και την επομένην
20._ Εφθάσαμε εις ένα ύψωμα πριν να φθάσωμε εις Κελίν καγιά και επειδή εκεί ο δρόμος εσχημάτιζε μίαν μεγάλην καμπήν και ανέβενε εκείθεν στο βουνό Εζέκ ταγίκαι εφένετο όλος ο δρόμος μέχρι της κορυφής του βουνού απόστασις κάπου μιάς και ημίσεως ώρας και πλέον.
Είχαμε φθάσει πρωί και εκρίναμε καλόν να μείνωμε εις το μέρος αυτό και όλην την ημέραν να παρακολουθήσωμε τον δρόμον και να κοιμηθούμε και λίγο διότι την προηγούμενην νύκτα δεν κοιμηθήκαμε διόλου.
Καθήσαμε μεσ' τους θάμνους και όλην την ημέραν ανά δύο εφύλαγαν οι δε άλλοι εκοιμούντο. Μόνον δύο ένοπλοι εφάνησαν από Τσίμλα να ανεβούν το βουνό και να φύγουν κατά την Μούκουζιν. Πουθενά αλλού ίχνος δεν εφένετο και βράδυ φάγαμε και ξεκινήσαμε ανά δύο δύο και προσεκτικά πολύ.
Και πρίν φθάσωμεν στο σπήλαιον Κελίν καγά διακρίνωμε ένα πρόχωμα να κυττάζη απάνω στον δρόμον και νέα αποτσίγαρα μέσα και ίχνη ανθρώπων οι οποίοι μόλις έφυγαν εκείθεν βλέποντες την εμπροσθοφυλακήν να ερευνά τα πέριξ σταματήσαμε όλοι και σιγά σιγά φθάσαμε μέχρι του σπηλαίου όπου είδαμε κ' εκεί τον τόπον της φωτιάς που άναβαν και μόνον τότες επίσθημεν ότι ο Χότσας μας είπε την αλήθειανκαι ότι τώρα κοντά έφυγαν από εδώ.
Λίγοι εμπρός μας το βουνό εκέγετο και έβγεναν μεγάλες φωτιές καθώς και στα απέναντι άλλα βουνά και δάση ήσαν ίδιες φωτιές και επειδή και άλλα χρόνια οι Τούρκοι εσυνήθηζαν να καίγουν τα ξηρά χόρτα σχεδόν τακτικά δεν υποψιασθήκαμε ότι τώρα υπάρχει στρατός εκεί.
Μόλις φύγαμε από το σπήλαιον και πήγαμε λίγο εμπρός ακούγομε κρότους αρβύλαςνα έρχονται προς ημάς. Αμέσως κρυφθήκαμε λίγο άνωθεν του δρόμου εντός θάμνων και παρακολουθούσαμε. Ακούγομε τότες φωνές πολλές στρατιωτών και κρότον από χαλκά. Ήτο η ώρα ακριβώς που έφαγαν και όλοι ήσαν μαζεμένοι εκεί. Και διά τούτο ήσαν άδεια και τα προχώματα που περάσαμε. Οι κρότοι απομακρύνθησαν από τον λίγο κάτωθεν δρόμον και μετά δέκα λεφτά βλέπομεν φωτιά να ανάβη εις το σπήλαιον και έτσι βρεθήκαμε μεταξύ αυτών και του στρατού μη γνωρίζοντες τι θα κάναμε και πόθεν να διαφύγωμε αν είνε δυνατόν από το μέρος του βουνού.
Σιγά σιγά και συρόμενοι επί της κοιλίας εφθάσαμε εις το ύψωμα οπόθεν διακρίνομε και άλλο φυλάκιόν τους πίσω προς τον δρόμον του Μεσοχώρ.
Ενώ οι στρατιώται λίγο κάτω από ημάς εφώναζαν και αστειέυοντο και τραγουδούσαν διότι όλην την ημέραν ήσαν κρυμμένοι πίσω από το βουνό μέσα στο δάσος εν ακινησία διά να μη φένονται από πουθενά. Κατεβήκαμε τον κατήφορον σιγά και δίχως ψίθυρον και φθάσαμε στον δρόμον και περάσαμε και φύγαμε κάτω προς Μούκουζην διαφυγόντες πιά τον κλοιόν. Και πρίν φθάσωμεν στο χωριό εγυρίσαμε προς τα απάνω και μέσον πυκνού δάσους από κούμαρα και πυξάρι και από απόκρυμνα μέρη και απότομα βαδίζαμε μέχρι το πρωί και εμείναμε εκεί μέχρι το βράδυ. Βαδίζοντες όλην την νύκτα και δίχως στάθμευσιν περάσαμε δρόμον που αν πηγαίναμε κατ' ευθείαν θα ήτο το πολύ τρία χιλιόμετρα. Και μόλις ξημέροσε βλέπομε ότι ευρισκόμεθα λίγο κάτωθεν του στρατού οίτινες την ημέραν έμεναν ακίνητοι.
Το ψωμί μας είχε τελειώση και μόνον λίγη ζάχαρις μας έμεινε και αναγκασθήκαμε να κοιμηθούμε μέχρι το βράδυ διά να μη αντιλυφθούμε την πείναν.
21._ Μόλις νύκτωσε από Κους γιατάκι κατέβημεν εις το σπίτι του Χαμίτ Καλαϊτσή ογλού πήραμε ψομί και εμείναμε εις το πλησίον δάσος.
22._ Προς το βράδυ μας έφερε ψομί και Άλευρα και φύγαμε και άνωθεν του χωρίου Ισχάν ανέβημεν στο βουνό και φθάσαμε εις το λημέρι Μασμανάντων.
24._ Πήγαμε εις το λημέρι Χαρατσιάντων γύρτ.
26._ Πήγαμε εις Χαρτοτήν να πάρομε σιτάρι και δύο πήγαν να ιδούν αν ο μύλος στέκεται να τα αλέσωμεν.
28._ Βράδυ ο Χριστόφ. Αγγελίδης και Χαράλ. Αρταγανίδης έφυγαν διά Χάρουξαν.
29._  Φθάσαμε στο λημέρι και βράδυ ήλθε και ο Χριστόφορος μόνος σε κακά χάλια και λέγη ότι ως φένετε οι Χάρουξαλίδες Αχμέτ Τσιβελέκ και ο Ιμάμ μας επρόδωσαν και μόλις ανεβήκαμε στο βουνό όπου είχε ένα ανοικτόν μέρος από δένδρα ένα πύρ ομαδόν ηκούσθη εναντίον μας ο Χαράλαμπος εβρήσκετο αρκετά όπισθεν από εμέ εγώ αμέσως έπεσα κάτω συρόμενος επί της κοιλίας έφθασα και χάθηκα μεσ' το δάσος. Και επειδή ήτο ακόμη σκοτάδη δεν είδα τι απέγεινε ο Χαράλαμπος. Κατά πάσαν πιθανότητα θα εσκοτώθη αφού δεν ήλθε και μέχρι τώρα. Λέγει επίσης ο Χριστόφορος ότι μετά που διέφυγα εγώ άκουσα ομηλίας και μία φωνή μου φάνηκε πως θα ήτο του Ιλιάς του συντρόφου μας και πιθανόν να ήτο διότι διεδώθη αργότερα ότι ο Βαλής τους υπεσχέθη αμνηστίαν και τριακοσίας λίρας χρυσάς αν θα κατόρθωναν να μας προδώσουν ή να μας σκοτώσουν. Και απεδείχθη φανερά η ατιμία τους αργότερα ως θα ίδωμεν παρακάτω.

30._ Όλην την νύκτα δεν κοιμηθήκαμε και περιμέναμε εν αγωνία ίσως και έρχετε ο Χαράλαμπος αλλά του κάκου ούτε και την ημέραν δεν εφάνη κανείς. Αλλά ύστερα από καμπόσον καιρόν εμάθαμε ότι εκεί επληγώθη στο πόδι και εσύρθη μόνος του εις το δάσος και εκρύβηαλλά τον ανεκάλυψαν εκεί και τον συνέλαβαν βαρέως τραυματισμένον και τον πήγαν εις Σούρμενα και κατόπιν ανακρίσεων τον εξετέλεσαν. Αυτά είχαμε μάθη σχετικώς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΕΠΤΑΚΩΜΟΣ ΣΑΝΤΑ

Η ΕΠΤΑΚΩΜΟΣ ΣΑΝΤΑ

Η Σάντα η επτάκωμος

Εις τα Ν.Α. της Τραπεζούντος κειμένη επί υψηλού οροπεδίου η Σάντα αποτελείτο εξ επτά ενοριών των εξής : Πιστοφάντων, Ισχανάντων, Τερζάντων, Ζουρνατσιάντων, Κοσλαράντων, Πινατάντων και Τσακαλάντων. Όλες δε οι ενορίες εκείντο επί του ποταμού Ιάμπολου.

Επίσης αι ενορίες είχον και άλλα επτά παραρτήματα γενικώς Φτελένια ονομαζόμενα τα εξής : Μεγ. Φτελέν Χαρατσιάντων Αλιάντων Υπαπαντή Κοπαλάντων Καρά Κοτέλ και το Ρακάν.

Ως εκ του ορεινού εδάφους της η Σάντα ήτο άγονος οι κάτοικοι ασχολούντο εις την κτηνοτροφίαν και εις την καλλιέργειαν της πατάτας και ολίγον λαχανικών μόνον προς ιδίαν χρήσην. Όλοι οι άνδρες αναγκάζοντο να μετέρχονται εις την Ρωσίαν την Αμερικήν και αλλαχού διάφορα επαγγέλματα εκτός ολίγων οίτινες έμεναν διαρκώς εις την Σάνταν ως έμποροι ξυλουργοί διδάσκαλοι κ.τ.λ.. Λόγω λοιπόν του ορεινού εδάφους και της ανεπαρκούς συγκοινωνίας η ζωή καταντούσε λίγο δύσκολος επί πλέον δε και οι ληστείες των Τούρκων όταν πηγαινοέρχονταν εις Τραπεζούντα, ανάγκασαν πολλούς εκ των κατοίκων να μεταναστεύσουν εις Ρωσίαν όπου εσχιμάτησαν πολλές κοινότητες και χωριά ίσως παραπάνω από ότι έμειναν στην Σάντα.

Όταν τον Απρίλιον του 1916 οι Ρώσοι κατέλαβαν την Τραπεζούντα ελευθερώθηκε και η Σάντα εκ του Τουρκικού ζυγού και άρχισαν οι ξενητεμένοι Σανταίοι να φθάνουν στα χωριά τους. Και επειδή λόγω του πολέμου είχε δουλειές πολλές και γνωρίζοντες οι Σανταίοι την γλώσσαν εκέρδιζαν πολλά λεφτά και η ζωή τους καλυτέρευσε κατά πολύ και το κυριότερον η ελευθερία. Μόνον όμως δύο χρόνια βάσταξε η κατάστασις αυτή διότι στα τέλη του 1917 οπότε άρχισε η Ρωσική κατάρρευσις εξ όλων των μετώπων του πολέμου τότε επρόκειτο η Σάντα να υποστεί τα μεγαλύτερα δεινά, τα οποία θα αφηγηθούμε εις το παρόν ημερολόγιον.