Η ΕΠΤΑΚΩΜΟΣ ΣΑΝΤΑ

Η ΕΠΤΑΚΩΜΟΣ ΣΑΝΤΑ

Η Σάντα η επτάκωμος

Εις τα Ν.Α. της Τραπεζούντος κειμένη επί υψηλού οροπεδίου η Σάντα αποτελείτο εξ επτά ενοριών των εξής : Πιστοφάντων, Ισχανάντων, Τερζάντων, Ζουρνατσιάντων, Κοσλαράντων, Πινατάντων και Τσακαλάντων. Όλες δε οι ενορίες εκείντο επί του ποταμού Ιάμπολου.

Επίσης αι ενορίες είχον και άλλα επτά παραρτήματα γενικώς Φτελένια ονομαζόμενα τα εξής : Μεγ. Φτελέν Χαρατσιάντων Αλιάντων Υπαπαντή Κοπαλάντων Καρά Κοτέλ και το Ρακάν.

Ως εκ του ορεινού εδάφους της η Σάντα ήτο άγονος οι κάτοικοι ασχολούντο εις την κτηνοτροφίαν και εις την καλλιέργειαν της πατάτας και ολίγον λαχανικών μόνον προς ιδίαν χρήσην. Όλοι οι άνδρες αναγκάζοντο να μετέρχονται εις την Ρωσίαν την Αμερικήν και αλλαχού διάφορα επαγγέλματα εκτός ολίγων οίτινες έμεναν διαρκώς εις την Σάνταν ως έμποροι ξυλουργοί διδάσκαλοι κ.τ.λ.. Λόγω λοιπόν του ορεινού εδάφους και της ανεπαρκούς συγκοινωνίας η ζωή καταντούσε λίγο δύσκολος επί πλέον δε και οι ληστείες των Τούρκων όταν πηγαινοέρχονταν εις Τραπεζούντα, ανάγκασαν πολλούς εκ των κατοίκων να μεταναστεύσουν εις Ρωσίαν όπου εσχιμάτησαν πολλές κοινότητες και χωριά ίσως παραπάνω από ότι έμειναν στην Σάντα.

Όταν τον Απρίλιον του 1916 οι Ρώσοι κατέλαβαν την Τραπεζούντα ελευθερώθηκε και η Σάντα εκ του Τουρκικού ζυγού και άρχισαν οι ξενητεμένοι Σανταίοι να φθάνουν στα χωριά τους. Και επειδή λόγω του πολέμου είχε δουλειές πολλές και γνωρίζοντες οι Σανταίοι την γλώσσαν εκέρδιζαν πολλά λεφτά και η ζωή τους καλυτέρευσε κατά πολύ και το κυριότερον η ελευθερία. Μόνον όμως δύο χρόνια βάσταξε η κατάστασις αυτή διότι στα τέλη του 1917 οπότε άρχισε η Ρωσική κατάρρευσις εξ όλων των μετώπων του πολέμου τότε επρόκειτο η Σάντα να υποστεί τα μεγαλύτερα δεινά, τα οποία θα αφηγηθούμε εις το παρόν ημερολόγιον.

Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

Φεβρουάριος 1924



Φεβρουάριος 1924

3._ Πρωΐ ήλθαν οι δύο στρατιώται μας και λένε ότι όλοι οι αστυνομικοί εκύκλωσαν την Δαφνούντα και δεν αφίνουν κανένα Έλληνα να βγή της συνοικίας διότι λέγουν ότι κάνουν έρευναν διά να ιδούν αν υπάρχουν ασθενείς. Αλλά ο κυρίως σκοπός των ήτο διά ημάς διότι υποψιάζοντο ότι βρισκώμεθα εκεί. Αν και ήλθαν στο σπίτι πού ήμεθα εν τούτοις δεν μπόρεσαν να μας αναγνωρίσουν στα χάλια πού ήμεθα και έφυγαν.
12._ Τέλος πάντων εμάθαμε ότι έφθασε η Επιτροπή και ησυχάσαμε λίγο.
15._ Εστείλαμε τον Ιεροκλήν Γωνιάδην να πηγαίνη να βρή τον κ. Λαμπριανίδην και να του πή ότι είμεθα εδώ και να φροντίση δι’ ημάς. Ήλθε αμέσως και μας βρήκε και μας καθησύχασε ειπών ότι έχουν εντολήν προσωπικώς του Παπαναστασίου όπως πάση θυσία μας στέλνουν εις Ελλάδα. Και ότι μετά τρείς ημέρας θα φθάσουν πλοία και θα σας στέλνωμεν. Πήγε αμέσως στο γραφείον τους και μας έστειλε πιστοποιητικόν σε ξένα ονόματα διά κάθε ενδεχόμενον. Και ανήγγειλέ και στον πρόεδρον της Επιτροπής Ελβετόν κ. Σαλτμαν το γεγονός, διότι αυτοί ενόμιζαν ότι ακόμη βρισκόμεθα στα βουνά και θα ζητούσαν παρά της Τουρκικής Κυβερνήσεως να έλθουν να μας πάρουν εκείθεν.
18._ Περιμέναμε ανυπομώνως τα πλοία σήμερα αλλά δεν ήλθαν, ούτε και την επομένην αν και είχε τηλεγράφημα η Επιτροπή εκ Κων/λεως.
20._ Μετά το απόγευμα ενώ καθήμεθα μεσ’ το σπίτη ακούγωμε ένα δυνατόν κρότον εις την εξώθυραν και φωνές πολλές και βλέπωμε να γεμίζη η αυλή από αστυνομικούς και αξιωματικούς του στρατού με προτεταμένα τα πιστόλια τους φωνάζοντες : Τεσλίμ. τρείς Ζαντάρμες πού είχαν μαζύ έφθασαν στην πόρτα και επρότιναν τα όπλα φωνάζοντες βγάτε έξω. Τους φωνάξαμε κ’ ημείς ότι δεν έχωμε κανένα όπλον και αδίκως φοβούνται και βγήκαμε έξω ήτο το θέαμα λυπηρόν μέν δι’ ημάς αλλά μεγαλοπρεπές διότι δεν υπήρχε κανείς στρατιώτης εκτός των τριών Ζανταρμάδων οίτοινες προσωπικώς μας εγνώριζαν και τους πήραν μαζύ όλοι οι άλλοι παραπάνω από εκατόν ήσαν όλοι αξιωματικοί και μαζύ τους ο Διευθυντής της Αστυνομίας. Και μας αρωτούσαν ποίοι είμεθα διότι τα ρούχα μας τους έβαλαν σε υποψία μήπως και τους γέλασε ο καταδότης. όταν τους είπαμε ότι είμεθα οι Αντάρται της Σάντας μας εκύτταζαν περίεργα.
Μας πήραν από εκεί και ξεκινήσαμε διά το Σαράι. Επειδή όμως το έχει μάθη ο κόσμος επλημήρησε από παντού τους δρόμους και δυσκόλως άνοιξαν το πλήθος και μας έφεραν εις Ταξίμ όπου σταματήσαμε λίγο απάνω στον δρόμον.
Άκουγες πέρα πέρα το Ουζούν σοκάκ να κλείνουν τα καταστήματα και να τρέχουν να μας δούν. Και τι να δούν; ανθρώπους κουρελήδες πού ούτε ήθελες να ιδής. Και μάλιστα ένας καλοενδεδυμένος Χότσας με έναν άλλον κύριον επλησίασαν και ιδόντες τόσον πλήθος και εμάς να έχουν στο μέσον τόσοι αξιωματικοί αρώτησε ο Χότσας ένα αξιωματικόν τι συμβαίνη και ποίοι είνε αυτοί. Εις απάντησιν του αξιωματικού ότι είνε οι Σανταίοι Αντάρται, ο Χότσας έπτυσε κατά γής και λέγει : Να ντρέπετε αυτό το δικό μας το έθνος και η Κυβέρνησις.
Από αυτούς εφοβούντο επί τόσα χρόνια και ετρόμαζαν. Μα αυτοί δεν μοιάζουν και άνθρωποι. Γελών ο Αξιωματικός λέγει : Τι να σε πώ Χότσια εφέντι αφού δεν ξέρεις κάτω από τα παλαιά αυτά ρούχα τι κρύπτεται.
Εξακολουθήσαμε την οδόν Ουζούν σοκάκ ότε βλέπομε ότι μαζύ με το πλήθος εκείνο ήρχοντο και οι σύντροφοί μας Τούρκοι Αλή Οσμάν και Ιλιάς Φαλτσή ογλού οπλισμένοι και μας πλησιάζη ο Αλή Οσμάν και λέγει : είδατε είδατε. Αυτήν την δουλιά θα παθένατε στο λημέρι σας αλλά το πάθατε εδώ. Είδαμε τον απαντώ πόσον παμπέσιδες είσθε και πόσον άνανδροι. Αν μπορούσατε στο λημέρι να μας κάνετε αυτήν την δουλιά θα είσθε πραγματικώς παληκάρια αλλά εδώ χωρίς όπλα και γυναίκες μπορούσαν να το κατωρθόσουν αυτό. Και τον εξύβρισα ακτ’ ατυόν τον τρόπον φωνάζοντας ώστε επενέβη ο Διευθυντής της Αστυνομίας και τον απεμάκρυνε από ημάς. ο δε κόσμος γελούσε εις βάρος του.
Εφθάσαμε εις το Σαράι και μας έφεραν εις την διεύθυνσην της Αστυνομίας και προσωρινώς και τυπικώς μας ανέκριναν. Εκείθεν τους συντρόφους μας έφεραν στην φυλακή Τον Ευκλείδη όμως και εμέ έφεραν κοντά στον Βαλήν προς ανάκρισιν. Επί δύο ώρας μας αρωτούσαν διάφορες αρωτήσεις και κυρίως ποίοι Τούρκοι ήρχοντο εις επαφήν μαζύ μας και ποίοι μας τροφοδοτούσαν.
Και πόθεν εφοδιαζόμεθα από όπλα και πολεμοφόδια και πολλά τέτοια.
Μας έφεραν κ’ εμάς κατόπιν στην φυλακήν στο κρατητήριον όπου ήσαν και οι σύντροφοί μας και μερικοί άλλοι Έλληνες φυλακισμένοι καθώς και καμιά σαράντα Τούρκοι. Μόλις καθήσαμε τα παιδιά μας λένε ότι οι Τούρκοι κατέβασαν από το απάνω πάτωμα όπου και εκεί ήσαν φυλακισμένοι και εχωρίζετο μόνον διά του πατώματος των σανίδων τρία μαχαίρια και απηλούσαν να μας σκοτώσουν και ότι περίμεναν και σας. Εκαθήσαμε και συσπιροθήκαμε σένα μέρος όπως εν ανάγκη αμυνθούμε. βλέπομε και κάτω στους σοφάδες πού καθήμεθα ένα φτυάρι και ένα κασμάν και τα φυλάγαμε καλά όπως εν ώρα ανάγκης μας χρησιμεύσωσι. Μέχρι τα μεσάνυχτα η αγωνία αυτή μας κατέτρεχε οπότε διακρίνωμε στην πόρτα διότι ήτο μόνον με κάγκελα στρατιώτας εφ’ όπλου λόγχην και τον διευθυντήν της φυλακής να φωνάζη τα ονόματα Ευκλείδης και Κων/νος Κουρτίδης να έλθουν έξω. Σαν βόμβα έπεσε αναμεταξύ μας το γεγονός διότι πρίν από μιάς ώρας ήλθαμε και τώρα μεσάνυχτα να μας καλούν έξω με απόσπασμα επέρασε σε όλων μας την ιδέαν ότι πρόκειτε περί εκτελέσεως και όλων τα μάτια βούρκωσαν. Εις ερώτησιν τον Διευθυντήν διατί τώρα νύχτα μας φωνάζουν αφού μόλις μας έφεραν εδώ μας απήντησε ότι ο Βαλής σας θέλη. Αλλά μπορούσαμε να το πιστεύσωμε; και τι όφελος αφού ήμασθε στην διάθεσίν τους. Διά νευμάτων μόνον απεχαιρετήσαμε τους συντρόφους μας και βγήκαμε έξω όπου μας πέρασαν τις χειροπέδες και κυκλώσαντες ημάς οι στρατιώται ξεκινήσαμε προς την πόρτα του Σαραγιού οπόθεν ανέβενε και η σκάλα διά το γραφείον του Βαλή και μόλις στρίψαμε διά την σκέλαν σωθήκαμε και τώρα είπαμε αναμεταξύ μας. Μας παρουσίασαν πάλιν στο γραφείον του Βαλή όπου ευρίσκοντο και πολλοί άλλοι σημένοντες και αξιωματικοί ανώτεροι και διέταξε ο Βαλής να μας βγάλουν τις χειροπέδες και μας επροσέφερε από ένα τσιγάρο. Και κατόπιν άρχισε πάλιν η ανάκρισις αλλά σχεδόν τα ίδια ερωτήματα επί μίαν ώραν μας αρωτούσαν τα αίτια της Ανταρσίας μας και του τρόπου της ζωής μας και εν τέλει μας λέγη ο Βαλής. Δοξάστε τον θεόν πού βρέθηκα εγώ εδώ και έστειλα να σας συλλάβουν μόνον αξιωματικούς και όχι ζαντάρμες ή στρατιώτας διότι ασφαλώς δεν θα φθάνετε μέχρι εδώ ζωντανοί. Το πρόβλεψα και σας γλύτωσα διότι έχουν καρδίαν καμένην από σας.
Τον ευχαριστήσαμε διά την ενέργειάν του αυτήν και πρίν φύγωμε τον παρεκάλεσα αν είναι δυνατόν να με ακούση δύο λεφτά και προθύμως εδέχθη. Αμέσως του εξέθεσα την κατάστασην και το περιστατικόν της φυλακής ειπών Βέημ Η Κυβέρνησις μας συνέλαβε και μπορή να μας τιμωρήση ή και να μας εκτελέση όπως θέλη αλλά δεν είνε σωστόν άνθρωποι πού βρίσκονται σαν κ’ εμάς στην φυλακήν να μας οπλοφωνήσουν. Πάτε λέγει και μην φοβάσθε εγώ θα διατάξω καταλήλως. και μας έφεραν πάλιν πίσω στην φυλακήν. Μόλις άνοιξε η πόρτα και μας είδαν τα παιδιά από την χαράν των δεν ήξεραν τι να κάνουν.
Ο Διευθυντής αμέσως φωνάζη τον αρχηγόν του διαμερίσματος και τον πηγαίνη στον Βαλήν και μετά μισήν ώραν ήλθε πάλιν και εκάθησε κοντά μας και έπιασε κουβέντα μαζύ μας καταλάβαμε ότι θα τον εσύστησε ο Βαλής να μας προσέχη. Αργότερα μας είπε να κοιμηθούμε και να μην φοβούμεθα διότι αυτός ήτο εκεί και μας εφύλαγε, αλλά μπορούσαμε να δώσωμε πίστην στα λόγια του; και μόνον εναλάξ εκοιμήθησαν λίγο τα παιδιά ενώ φυλάγαμε.
Την επομένην ήλθε πάλιν ο Διευθυντής και φωνάξας όλους τους Τούρκους τους έβαλε όλους μέσα στο Τεμίρ καπού δηλ. την καθ’ αυτού φυλακήν αφήσας μόνον εμάς και δύο τρία μικρά Τουρκόπουλα συληφθέντες ως λωποδήται.
Επίσης αδιάσθη και το άνωθεν διαμέρισμα φοβούμενοι εκείθεν δολοφονίαν εναντίον μας με πιστόλια ‘η διά άλλων μέσων. Και έτσι εμείναμε μόνοι εν ησυχία. Αλλά καθ’ ημερηνώς ανακρινόμενοι. Κατά τάς ανακρίσεις βλέπομε και τον Γιακούπ Ζαλούμογλου όστις και αυτός εφυλακίσθη και έμαθαμε πώς συνέβη η σύλλυψίς μας και υπό ποίων επροδώθημεν. Κατά την απουσίαν μας εκ Σάντας προς το Λυκάστ Η Κυβέρνησις όπως έγραψαμε και παραπάνω υπεσχέθη εις τους συντρόφους μας Τούρκους αμνηστίαν και δώρα και παραλαβόντες μαζύ των ένα αξιωματικόν και μερικούς στρατιώτας άρχησαν την καταδίωξίν μας. Επειδή όμως εφοβούντο να πλησιάσουν στα λημέρια μας έστειναν ενέδρας εις τους δρόμους οπόθεν πηγαίναμε σε φιλικά τουρκικά σπίτια διότι αυτοί εγνώρισαν όλους μαζύ μας όντες και επί δέκα πέντε ημέρας εφύλαγαν τον δρόμον της Ούζης προς το σπίτη του Αλή Οσμάν Ζαλούμογλου.

Τας ημέρας αυτάς ημείς είμασθε είς Λυκάστ και μη ευρόντες κανένα πήγαν εις Τραπαζούντα διά να επιστρέψουν αργότερον. Όταν φύγαμε ημείς διά Τραπεζούντα και αφήσαμε τα όπλα μας εις Ούζην ο Αλέξανδρος Σπυριδόπουλος εχάρισε μίαν ταπακιέραν απί ασήμι εις τον Γιακούπ Ζαλούμογλου. Και όταν μίαν ημέραν κατέβενε εις Τραπεζούντα διά εργασίαν του εις τον δρόμον συνήντησε τον Αλή Οσμάν με τους συντρόφους του Ζαντάρμες και κάθησαν λίγο να κουβεντιάσουν. Ο Γιακούπ μη υποψιασθείς έβγαλε την ταπακιέραν διά να κάνουν τσιγάρο και την επρότηνε και στον Αλή Οσμάν, όστις αναγνωρίσας αυτήν τον αρωτά : Πόθεν την πήρες αυτήν την ταπακιέραν είνς καλή. Τον λέγει ότι την αγόρασε από Τραπεζούντα, αλλά ο Αλή Οσμάν του λέγει να με πής την αλήθειαν διότι εγώ γνωρίζω τίνος είνε και πόθεν την πήρες. Εις άρνησίν του ο Αλή Οσμάν εφώναξε τον αξιωματικόν και του έδωσε την ταπακιέραν λέγων ότι αυτή είνε του Αλεξάνδρου Σπυριδοπ. Την γνωρίζω καλώς αλλά ούτος αρνείτε. Αμέσως συλλαμβάνετε ο Γιακούπ και δένετε και δέρνετε ανηλεώς μέχρι αιματώσεως διά να ομολογήση. Ευρεθείς στην ανάγκην ο άνθρωπος και ιδών το ανόφελον της αρνήσεως ομολόγησε την αλήθειαν και ότι γνωρίζη και το μέρος πού βρίσκονται. Τον έφεραν στο σπίτη του και έγεινε έρευνα και βρέθηκαν τα όπλα μας και κατεβάσαντες αυτόν εις Τραπεζούντα ήλθε και υπέδειξε το μέρος μας και αυτός επίσης εκλήσθη εις φυλακήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου