Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

Μάιος 1924



Μάιος 1924

1._ Επειδή η Επιτροπή έφυγε πάλιν διά λίγες ημέρες εις Αμισόν και έμεινε εις Τραπεζούντα μόνον ο Γραμματεύς από τον οποίον πήραμε την εξής επιστολήν :

COMMISION MIXTE
POUP L’ ECHANGE DE POPYLATIONS
GRECQUES ET TURQUES
SEPTIEME SOUS – COMMISSION
Νο ______
         
          Προς τους εν τη φυλακή Τραπεζούντος Έλληνας ανταλλαξίμους
Εξαντλήσαμεν όλα τα μέσα με τάς επιτοπίους αρχάς. Τώρα ενεργούμεν μέσον Κυβερνήσεως. Μην απελπίζεσθε. Αλλά και μη δίδετε καμίαν σημασίαν εις τα λόγια του α’ και του β’. Με το προσεχές προσφυγικόν ατμόπλοιον θα σας στείλωμαι. Μένετε ήσυχοι δεν σας λησμονούμεν.
                                                                      Σεϊτανίδης
Εν Τραπεζούντι τη 1η Μαΐου 1924

20._ Ευρισκομένης εισέτι της Επιτροπής εις Αμισόν ήλθον δύο πλοία ακόμη Ελληνικά και τα εκάθησαν πέντε έξη ημέρες περιμένοντες την επιτροπήν. Ήσαν το Καβάλα και Θρασύβουλος τα οποία θα έπερναν όλους τους Έλληνας ανταλαξίμους.
23._ Ήλθε η Επιτροπή και συνενοήθη μετά του Βαλή διά να φύγωμεν με αυτά τα πλοία διότι δεν θα έμενε κανείς άλλος και απεφασίσθη.
24._ Επειδή ήτο ημέρα αργίας διά τους Τούρκους ο εισαγγελεύς διέταξε τον Ζαντάρμα Κουμαντάν να κλείση τις εξώθυρες του Σαραγιού και να μη επιτρέψει κανέναν Τούρκον μέσα. Τον δε Διευθυντήν των φυλακών να ανοίξη την πόρτα μας και να μας αφήση ελευθέρους να γυρίσωμε μέσα στο προαύλιον του Σαραγιού διά να ξεμουδιάσουν τα πόδια μας ύστερα από τριών μηνών φυλακήν όπως και έγινε. Και όλην την ημέραν είμεθα ελεύθεροι μετά του Διευθυντού των φυλακών Μουσταφά εφέντι Εγιούπ Ζαδέ και όστις ευρόν ευκαιρίαν σήμερα μας διηγήθη όλον το περιστατικόν του Βαλή μετά του Εισαγγελέως και τα λεχθέντα κατά την συνεδρίασην εκείνην ήτις απολύτως συνήλθε μόνον διά το ζήτημα της δολοφονίας μας και χάριν του Εισαγγελέως γλυτώσαμε.
Και τότε μόνον κατελάβαμε ότι ο άτιμος εκείνος διά τον οποίον έλεγε ήτο ο Βαλής όστις διεκρίνετο διά τα μισοελληνικά του εσθήματα κατήγετο εξ Αδριανουπόλεως και είχε διορισθή και άλλοτε Βαλής Τραπεζούντος και ήτο γνωστός ως τοιούτος.
Είχε καταβάλλη πάσαν προσπάθησιν διά να επιτύχη τον σκοπόν του αλλά δεν το επέτυχε διότι τας ευθύνας θα έφεραν άλλοι και ως εκ τούτου δεν έμειναν σύμφωνοι.
25._ Ημέρα χαράς και Ελευθερίας. Αλλά και κινδύνου συνάμα.
Πρωΐ με τα χαράγματα ένας ιατρός εκ των περιχώρων της Αργυρουπόλεως και του οποίου το όνομα με διαφεύγη πήγαινε τα δέματά του εις την αποβάθραν διότι σήμερα θα έφευγαν τα πλοία και θα πήγαινε και αυτός. Μόλις έφτασε στην αποβάθρα είδε μίαν ασυνήθη και αλόκοτον κίνησιν υπόπτων τινών τούρκων οίτοινες φέροντες ενδυμασίαν πολιτικήν και μάλιστα ζίπκας και έχοντες όπλα κάτω από της κάπες των περιεφέροντο εκεί δίχως να φένεται κανένας αστυνομικός.
Και επειδή εγνώριζε ότι κ’ ημείς θα φύγωμε σήμερα και υποψιασθείς απόπειραν εναντίον μας αμέσως πήγε και ειδοποίησε τον κ. Λαμπριανίδην περί των όσων είδε.
Και συνενοηθείς μετά του Ελβετού ο Λαμπριανίδης τον εξέθεσε την κατάστασιν και αμέσως ήλθε προς τον Βαλήν και διεμαρτυρίθη διά το άτοπον που γίνετε κοντά στα όματα της Κυβερνήσεως και της Αστυνομίας απειλών συνάμα εν περιπτώσει αποπείρας.
Κατόπιν ήλθε εις το γραφείον του Διευθυντού της Αστυνομίας και συνενοηθείς και μαζύ του τον παρεκάλεσε να τηλεφωνήση όπως έρχετε ένα αυτοκίνητον να μας παραλάβη. Κατέβηκε δε ο ίδιος μαζύ με τον Διευθυντήν των φυλακών και ανοίξας την πόρταν μας φώναξε να βγούμε με τα πράγματά μας και να παραταχθούμε επί δύο ζυγών διά να μας μετρήση, και αρώτησε αν είμεθα όλοι παρόντες. Διέταξε και κατεθέσαμε τα δέματα που κρατούσαμε και μας έφερε έξωθεν του γραφείου του Διευθυντού της Αστυνομίας εις το παλγόνη και με τα ολίγα Ελληνικά και Τουρκικά πού εγνώριζε αστειευόνταν μαζύ μας επί δέκα λεφτά της ώρας. Οπότε βλέπομε αυτόν να νευριάζη και να κάνη βόλτες στο παλγόνη συνάμα χτυπών δυνατά το μπαστούνι του στο πάτωμα. Δεν γνωρίζαμε το αίτιον και μας εφένετο περίεργον το διατί. Και χάσας πλέον την υπομονήν του εισέρχετε στο γραφείον και αρχίζη τις φωνές και βρισές κατά του Διευθυντού όστις του ζητούσε συγγνώμην ως δήθεν ξεχάσας. Και μετά πέντε λεφτά βλέπομε και έρχεται ένα μεγάλον αυτοκίνητον φορτηγόν με ένα σωφέρ Άραβα και σταμάτησε μεσ’ την αυλήν του Σαραγιού. Αμέσως διέταξε και κατεβήκαμε και αναλαβόντες τα δέματα μετρών ο ίδιος πάλιν μας έβαλε στο αυτοκίνητον. Έβαλε και κάθησε μαζύ μας και ο Διευθυντής των φυλακών ενώ αυτός έχων υπό μάλης τον φάκελόν μας όστις του εδώθη υπό του Διευθυντού της Αστυνομίας εκάθησε με τον σωφέρ έχων και δίπλα του ένα αξιωματκόν της χωροφυλακής όπισθεν δε έβαλε και κάθισαν ένας Τσαούσης και ένας Ζαντάρμας ως φύλακες και ξεκινήσαμε.
Μόλις φθάσαμε στην αποβάθραν αμέσως κατέβηκαν αυτοί και οα αξιωματικός μη επιτρέψας εις ημάς να κατεβούμε και επί πέντε λεφτά ερευνούσαν το πλήθος πού βρίσκετο εκεί. Είχε ετοιμασθή και η βάρκα εκ των προτέρων και επερίμενε εκεί, ήλθε και διά τρίτην φοράν μετρών μας έβαλε στην βάρκα καθώς και τους οδηγούς αξιωματικόν Τσαούσην και Διευθυντήν και τελευταίος ο ίδιος και φθάσαμε επί του Ελληνικού πλοίου Καβάλα, οπόθεν οι Τούρκοι εγύρισαν πίσω. Μας πήγε στον πλοίαρχο και του συνέστησε να μας δωθή το καλίτερον μέρος και τροφή καλή και από ένα πακέτο τσιγάρα καθ’ ημερηνώς του έδωσε και τον φάκελον και αποχαιρετήσας όλους μας αφήνων και την κάρταν του έφυγε πάλιν διά την υπηρεσίαν του.
Βρισκόμεθα πλέον επί Ελληνικού εδάφους και δεν ξέραμε πώς να εκδηλώσωμεν την χαράν μας. Τότε πλέον ήρχοντο όλοι οι γνωστοί μας και μας ενηγκαλίζοντο και μας προσέφερον διάφορα δώρα.
Εδώ θα ήτο παράλυψης αν δεν σειμηώναμε και λίγα περί του φίλου μας Αλή όχι όμως με ορισμένην ημερομηνίαν διότι εντός της φυλακής δεν ήτο δυνατόν να έχω σημειώσεις διότι και διά το ημερολόγιον αυτό μου έγινε μεγάλη βία να το φανερώσω διότι οι προδότες το γνώριζαν και ο ανακριτής επανηλημένως μου αρωτούσε τι το έκανα εδικαιολογήθην ότι κατά την κάθοδόν μας εις Τραπεζούντα το έκαψα. Αλλά και πολλές φορές μας έγινε σωματική έρευνα μέχρι κοκκάλων.
Αλλά θα τα γράψω όπως συνέβησαν. Μόλις όμως συνελήφθημεν μετ’ ολίγας ημέρας ήλθε εις Τραπεζούντα ο Αλής και μας επεσκέφθη στην φυλακήν μακρόθεν όμως και με νεύματα αρωτούσε πως περνάμε διότι εφοβήτο την μύνην του λαού.
Μας έστειλε μέσα διά του δεσμοφύλακος όστις δεν κατήγετο από αυτά τα μέρη και αδιαφορούσε λίγο τυρί βούτηρο και γιαούρτη και διάφορα άλλα. Μετά τινας ημέρας πάλιν ήλθε και μας έφερε πάλιν τρόφημα και συνενοήθη μετά του δεσμοφύλακος ότι άλλην φοράν θα φέρη και αυτόν δώρα αν του επιτρέψη να έλθη μέσα στην φυλακήν διότι κανείς Τούρκος δεν ήτο μέσα.
Και πράγματι όταν κατέβη άλλην φοράν κατώρθοσε και μόλις εβράδυασε ο δεσμοφύλακας άνοιξε την πόρτα και τον έβαλε μέσα. Όλην την νύκτα δεν κοιμήθηκε ο άνθρωπος και ήθελε να κουβεντιάση μαζύ μας. Μας εξόρκισε μόλις φθάσωμε στην Ελλάδα να του γράψωμε την διεύθυνσήν μας διότι μας έλεγε ότι εξάπαντος το φθινόπωρον κατά Αύγουστον μηνα θα έλθω και εγώ, εδώ δεν μπορώ να μείνω πιά.
Τώρα έλεγε μου είνε αδύνατον διότι εκτός που δεν έχω στο χέρι καθόλου λεφτά ίσως να με παρακολουθούν και να με συλλάβουν Έχω έλεγε τα δύο κορίτσια μου τα οποία θα φροντίσω να πανδρέψω αμέσως και θα πουλήσω τα ζώα και μερικά πράγματα και θα έλθω εις Κων/πολιν όπου δεν με ξέρη κανείς και εκείθεν ευκόλως θα έλθω να σας βρώ, με την γυναίκα του Χαβάν και τον μικρόν του Χασάν. Διά τον οποίον έλεγε θα εκπατρισθώ μόνον και μόνον να γίνη αυτός άνθρωπος.
Θέλω έλεγε να μάθη γράμματα και να μην μένη σαν κ’ εμένα αγράμματος ενώ εδώ δεν μπορώ να κάνω τίποτε διότι ούτε σχολεία υπάρχουν και ούτε μου είνε δυνατόν να τον στέλνω μακρυά. Και ήτο η μόνη αγνή και ηληκρινής επιθυμία του. Και άξιζε πραγματικώς το παιδί αυτό να μάθη γράμματα διότι είχε μίαν μεγάλην ιδιοφυείαν και εξυπνάδα ώστε μπορούσε μίαν των ημερών να αναδειχθή. Επίσης εδείκνειε αν και παιδί ακόμη μίαν μεγάλην τόλμην και εντιμότητα. Θυμούμε ακόμη ένα περιστατικός το οποίον ολίγον έλυψε να του στοιχήση την ζωήν. Όταν μερικές φορές πηγαίναμε στο σπίτη τους και ο γέρος έλυπε αμέσως ήρχετο ο μικρός Χασάν μας χαιρετούσε και μας έλεγε τώρα θα πεινάσατε βέβαια τι θέλετε να φάτε να πώ στην μαμά να σας ετοιμάση.
Ο πατέρας δεν είνε εδώ αλλά δεν πειράζη εγώ ξέρω την δουλιά και μη φοβάσθε έβαλα τα κορίτσια και φυλάνε. Και εις ερώτησίν μας γιατί αυτός ως άνδρας που είνε δεν φυλάγη και βάλη τα κορίτσια μας έλεγε τώρα εγώ είμε μικρός και δεν έχω όπλον όταν θα με δώσητε ένα πιστόλη τότες εγώ θα σας φυλάγω. Ήτο η μανία του το πιστόλι και πολλές φορές μας τόλεγε να του φέρομε ένα. Όταν σε κάποιον επισόδιον βρήκαμε ένα πιστόλι για μας άχρηστον ήτο από εκείνα τα Αυστριακά με σφαίρες μολύβδινες. Το φέραμε δώρον στον Χασάν και ήτο απερίγραπτος η χαρά του με αυτό. Και όταν το καλοκαίρι θα πήγαιναν στο παρχάρι τους ο Αλής πήγαινε εκείνην την χρονιάν με κάτι αγάδες εκ Σουρμένων τους μεγάλους και πολύ Σούιτς μέζ ογλού διότι η κόρη του ήτο όπως γράψαμε και παραπάνω φυγάς και αυτοί τους επροστάτευαν.
Ο Χασάν βρήκε την ευκαιρίαν διά να επιδείξη το πιστόλι του και σαν άνδρας το κρέμασε στην μέσην του και ξεκίνησαν ενώ θα ήτο τότες μόνον ένδεκα χρονών. Μόλις ανέβηκαν στο βουνό και αντάμωσαν με τους αγάδες εκεί που πήγαιναν στον δρόμον ο Χασάν επιδεικτικώς εφανέρωνε το πιστόλι του.
Άρχησαν τότε τα παιδιά των αγάδων να τον κοροϊδεύουν και να τον βρίζουν ήσαν και μαγαλύτερά του και δεν πορούσε να κάνη τίποτε ενώ αυτά τον επείραζαν συνεχώς δεν είχε άλλην διέξοδον ο Χασάν και βγάζη το πιστόλι και με τις λέξεις : Ανανουζί σικέρουμ, και προτίνας το πιστόλι κατ’ ενός εξ αυτών κόβη την σκανδάλην. Ευτυχώς δεν άναψε και το παιδί εσώθη, ενώ ο Χασάν ετοιμάζετο διά δευτέραν φοράν αλλά προλαβών ο Αλής το πέρνη από τα χέρια του και σπάσας αυτό το πέταξε μακρυά. Ενώ ο Χασάν έκλαιγε από το κακό του και απειλούσε τον πατέρα του ότι θα τον καταγγείλη σ΄εμάς που έσπασε το πιστόλι.
Ήτο καθόλα παιδί δαιμόνιο αλλά δεν έζησε ο δυστυχής πατέρας του να το χαρή.
Όσον καιρόν ήμασθε εκεί οι Τούρκοι εφοβούντο να τον πειράξουν διότι ήξεραν ότι μεγάλη θα ήτο η εκδίκησες διά τον Αλήν αλλά μόλις φύγαμε ύστερα από είκοσι ημέρας όπως είχαμε μάθη από πατριώτας μας πού ήλθαν κατόπιν τον εσκότωσαν.
Είχαμε ξενυχτήση λοιπόν την βραδυά εκείνην μαζύ του και πρωΐ ανοίγη την πόρτα ο δεσμοφύλαξ και τον έβγαλε έξω. Και την ημέραν ακριβώς που θα φεύγαμε διά το πλοίον ο Αλής κατέβηκε πάλιν και πήγε στην φυλακήν αλλά επληροφορήθη ότι μόλις φύγαμε. Έτρεξε κατόπιν μας αλλά ημείς φύγαμε με αυτοκίνητον και αυτός έφθασε αργά όταν ημείς διά της βάρκας αναβαίναμε στο πλοίον.
Και μαθών το αίσιον της φυγής μας ο Αλής λέγει εις παρευρισκομένους πατριώτας μας δώξαν νάχη ο Αλάχ, ας γλύτωσαν αυτοί και εγώ ας πεθάνω. Και μας διεβίβασε τας ευχάς του διά το ταξείδη και διά την καλήν αντάμωσην.
Δεν λησμονούντε κάτι τέτοιοι άνδρες που η μεγαλοψυχία τους είνε ανώτερη και των δυνάμεών των. Από τον Άγιον Γεώργιον του Πειραιώς όπου πήγαμε αρχικώς του γράψαμε το πρώτον και τελευταίον γράμμα και στο οποίον δεν πρόλαβε να απαντήση.
Από τας καρδίας μας όμως δεν εξαλύφετε ποτέ η μνήμη και φυσιογνωμία του.

26._ Πρωΐ το πλοίον μας έφθασε στον λιμένα της Αμισού οπόθεν πήραμε και άλλους πρόσφυγας και σαράντα φυλακισμένους και φύγαμε διά Κων/λιν όπου εμείναμε δύο ημέρας διά κάποιαν βλάβην του πλοίου και προς επιδιόρθωσιν. Μόλις βγήκαμε από τα Δαρδανέλια και φθάσαμε σε Ελληνικά ύδατα ένα Ζήτω ηκούσθη από χιλιάδες στόματα και η θάλασσα εκοκκίνησε από τα φέσια τα οποία πετούσε στην θάλασσαν ως τελευταίον στίγμα πού έφεραν απί την Τουρκίαν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΕΠΤΑΚΩΜΟΣ ΣΑΝΤΑ

Η ΕΠΤΑΚΩΜΟΣ ΣΑΝΤΑ

Η Σάντα η επτάκωμος

Εις τα Ν.Α. της Τραπεζούντος κειμένη επί υψηλού οροπεδίου η Σάντα αποτελείτο εξ επτά ενοριών των εξής : Πιστοφάντων, Ισχανάντων, Τερζάντων, Ζουρνατσιάντων, Κοσλαράντων, Πινατάντων και Τσακαλάντων. Όλες δε οι ενορίες εκείντο επί του ποταμού Ιάμπολου.

Επίσης αι ενορίες είχον και άλλα επτά παραρτήματα γενικώς Φτελένια ονομαζόμενα τα εξής : Μεγ. Φτελέν Χαρατσιάντων Αλιάντων Υπαπαντή Κοπαλάντων Καρά Κοτέλ και το Ρακάν.

Ως εκ του ορεινού εδάφους της η Σάντα ήτο άγονος οι κάτοικοι ασχολούντο εις την κτηνοτροφίαν και εις την καλλιέργειαν της πατάτας και ολίγον λαχανικών μόνον προς ιδίαν χρήσην. Όλοι οι άνδρες αναγκάζοντο να μετέρχονται εις την Ρωσίαν την Αμερικήν και αλλαχού διάφορα επαγγέλματα εκτός ολίγων οίτινες έμεναν διαρκώς εις την Σάνταν ως έμποροι ξυλουργοί διδάσκαλοι κ.τ.λ.. Λόγω λοιπόν του ορεινού εδάφους και της ανεπαρκούς συγκοινωνίας η ζωή καταντούσε λίγο δύσκολος επί πλέον δε και οι ληστείες των Τούρκων όταν πηγαινοέρχονταν εις Τραπεζούντα, ανάγκασαν πολλούς εκ των κατοίκων να μεταναστεύσουν εις Ρωσίαν όπου εσχιμάτησαν πολλές κοινότητες και χωριά ίσως παραπάνω από ότι έμειναν στην Σάντα.

Όταν τον Απρίλιον του 1916 οι Ρώσοι κατέλαβαν την Τραπεζούντα ελευθερώθηκε και η Σάντα εκ του Τουρκικού ζυγού και άρχισαν οι ξενητεμένοι Σανταίοι να φθάνουν στα χωριά τους. Και επειδή λόγω του πολέμου είχε δουλειές πολλές και γνωρίζοντες οι Σανταίοι την γλώσσαν εκέρδιζαν πολλά λεφτά και η ζωή τους καλυτέρευσε κατά πολύ και το κυριότερον η ελευθερία. Μόνον όμως δύο χρόνια βάσταξε η κατάστασις αυτή διότι στα τέλη του 1917 οπότε άρχισε η Ρωσική κατάρρευσις εξ όλων των μετώπων του πολέμου τότε επρόκειτο η Σάντα να υποστεί τα μεγαλύτερα δεινά, τα οποία θα αφηγηθούμε εις το παρόν ημερολόγιον.