Δευτέρα, 9 Ιουνίου 2014

Οκτώβριος 1921


Οκτώβριος 1921


1._ Πρωί φθάσαμε εις Χόσιογλη όπου έμενον αι οικογένειαι.
2.­_ Πήγαν μερικοί εις Τσουπανόη διά τρόφημα. Ελθόντες λέγουν ότι μας αντελήφθησαν εκεί ο στρατός και ετοιμάζονται να έλθουν προς καταδίωξήν μας τρία συντάγματα. Προς το βράδυ δέκα ένοπλοι πέρνοντες τας οικογενείας τας κατεβάσαμε εις Λειβεράν όπως εκείθεν κατεβούν εις Τραπεζούντα. Διότι ήτο αδύνατον να σταθούν μαζί μας υποφέροντες το κρύο την πείναν και τας κακουχίας και ούτω εμείναμεν ελεύθεροι μόνοι μας μόνον με τους αόπλους και οίτινες δεν ήσαν εις θέσην να τα φέρουν διά πολλών και διαφόρων λόγων.
3._ Οι μείναντες εις Χόσιογλη ξεκινήσαμε διά την Σάντα και με χιονοθύελαν εφθάσαμε εις Κιμισλή όπου συναντήσαμε μερικούς αόπλους και οίτινες μας επληροφόρησαν ότι εις Σάντα δεν έμεινε κανείς Τούρκος, έφυγαν όλοι και μερικά παιδιά δικά μας είναι εκεί.
Νύχτα εγθάσαμε εις Ισχανάντων όπου και εμείναμε.5._ Έφθασαν και οι δέκα που επήγαν εις Λειβεράν.
6._ Ήλθε ο φίλος μας Αζίζ εκ Χάρουξας μαζί με δύο άλλους οίτινες ήθελαν να μάθουν που σκοτώσαμε τους επτά διά να πάρουν τα πτώματά των. Αλλά ημείς τους είπαμε ότι δεν γνωρίζομεν τίποτε και έφυγαν.
8._ Κατ' αυτάς ανοίξαμε λάκους εις Χάρτ οτήν και κουβαλήσαντες πατάτες τα γεμήσαμε διά να έχωμε όλον τον χειμώνα διότι ήτο πολύ δύσκολος η προμήθεια τροφήμων τον χειμώνα και εις αυτά στηριζόμαστε και ετοιμάσαμε αρκετά.
9._ Μανθάνομεν ότι τους Σανταίους έστειλαν εις Βαϊβούρτ, Ερζερούμ και Χούνουζ.
10._ Έφθασε ο Γεώργιος Καλαϊτσίδης εκ Καυλικά και μας πληροφορεί ότι όλαι αι σταλείσαι οικογένειαι εις Τραπεζούντα και περίχωρα έφθασαν όλες αισίως και είναι καλά.
Ήλθε και ο Χαρ. Αρταγανίδης φέρων τον πατέρα μας τον οποίον αφήσαμε εις Γαλίαναν διά να ησυχάσει ολίγον. Και φοβούμενος να κατεβεί εις Τραπεζούντα διότι γενικώς τον εγνώριζαν όλοι οι Τούρκοι μικροί και μεγάλοι και έτσι έμεινε μαζί μας υποφέρων και αυτός.11._ Γυρίσαμε όλα τα χωριά της Σάντας και βρίσκομε στους δρόμους πολλούς γέροντας σκοτωμένους καθώς και γυναίκες και παιδιά σκοτωμένους και καμένους εντός οικιών και άλλες κρεουργημένες και πεταμένες εδώ και εκεί.
 Ήτο μεγάλη η αγανάκτησις και η λύσσα μας κατά των Τούρκων και ορκιζόμεθα να τους εκδικηθώμεν μέχρις ενός.12._ Εστάλησαν μερικά παιδιά εις Ούζην διά τρόφημα και ειδήσεις. Ήλθε και ο Χαρ. Αγγελίδης εξ Ούζης όστις κατέφυγε εκεί από την ημέραν της καταστροφής της Σάντας. Και μανθάνωμεν ότι ο εκ Σαμάρουξας Γεώργ. Βασιλειάδης όστις τότε ευρίσκετο εις Ούζην και μόλις μαθών τον ερχομόν του στρατού εις Σάντα ξεκίνησε να έλθει με μερικά παιδιά εξ Ούζης προς βοήθειαν. Αλλά άνωθεν του χωρίου Αγρίδ συμπλακείς με Τσετέδες εφονεύθη.
15._ Ήλθε ο Δαμ. Τσιρίπ εκ Δίρχας και λέγει ότι όλα τα Ελληνικά χωριά φυλάγονται από στρατόν και συλλαμβάνουν όλους τους άνδρας και στέλνουν εξορία.
16._ Πήγαμε δεκατέσσαρες εις ταξείδι διότι ο χειμώνας άρχιζε και τρόφημα δεν είχαμε διόλου, ήτο ανάγκη και θυσία πάση να προμηθευτούμε.
Εφθάσαμε εις Σπενταμόν της Μονής Σουμελά εμείναμεν.17._ Κατέβημεν εις την Μονήν πήραμε ψωμί από τους καλογήρους και φθάσαμε εις παρχάρι Φτελίδ διανυκτερεύοντες.
18._ Κατέβημεν εις το ποτάμι Λαραχανής εις θέσην Μαρζαλάκ και εκείθεν εις Καλύβι του παπά λεγόμενον άνωθεν της Λαραχανής και απέχον δύο ώρας.
Εμάθαμεν ότι εκείθεν περνούν τα εμπορικά πρόβατα από Βαϊβούρτην διά Τραπεζούντα και διά να πάρωμεν μερικά να ετοιμάσωμεν καβουρμάδες διά τον χειμώνα και εμείναμε στο Καλύβι του παπά.19._ Πρωί βλέπωμε ότι ο καιρός εχάλασε και άρχισε να χιονίζει και εντός ολίγου άσπρισε όλο το μέρος. Ως εκ τούτου εμείναμεν εντός της καλύβας λίγο άνωθεν του δρόμου και ανάψαντες πυράν εζεστενόμεθα. Ότε ακούγομεν ποδοβολιτό και χτύπημα στην πόρτα. Και μη έχοντες κανένα έξω αμέσως σηκωθήκαμε και ετοιμάσαμε τα όπλα, έτοιμοι να βγούμε έξω, όταν ανοίγει η πόρτα και βλέπωμε δύο αόπλους να στέκονται εκεί μουδιασμένοι και αυτοί από την συνάντησήν μας.
Τους συλλαμβάνομε και ανακρίνοντες αυτούς βλέπωμε ότι ο είς ήτο Τούρκος και ο άλλος Έλλην αμφότεροι εκ Λαραχανής και μας είπαν ότι ήλθαν εκεί να κλέψωσι άπο ένα πρόβατον από τα κοπάδια που 8α περνούσαν σήμερα εκείθεν και τα οποία περιμέναμε και ημείς. Τους εδώσαμε θάρρος και τους είπαμε να μη φοβηθούν διότι και ημείς δι' αυτήν την δουλειά είμεθα εκεί. Και ότι ημείς θα τους δώσωμε από πέντε πρόβατα αν αμέσως πάνε στο χωριό τους και μας φέρουν ψωμί διότι το δικό μας κοντεύει να τελειώσει. Αλλά με την υπόσχεσην να μη φανερώσουν εις κανένα τίποτε διότι είμεθα εις θέσην αργότερα να τους σκοτώσωμε και να τους κάψωμε και τα σπίτια.Μετά χαράς εδέχθησαν και αμέσως έφυγαν. Πρίν περάσει όμως μισή ΄ςρα ήλθαν και τα πρόβατα πέντε κοπάδια ανά τριακόσια και πλέον πρόβατα ενώ διαρκώς εχιόνιζε και σιγά σιγά, άρχισε να φυσά και ο αέρας. Και διά να μη χάσωμε την ευκαιρίαν κατεβαίνωμε στον δρόμον και πέρνωμε εκατόν πενήντα πρόβατα και ψωμιά από τους τσοπαναραίους και φεύγωμε προς Μαρζαλάκ στον ίδιον δρόμον που ήλθαμε.Ήταν όμως κάτι το αφάνταστον που εγίνετο διότι από λεπτόν σε λεπτόν ο αέρας περίσευε και άρχισε μίαν χιονοθύελαν όπου δεν μπορούσαμε να ανοίξωμε τα μάτια μας και πηγαίνοντες ο ένας κατόπιν του άλλου δεν βλέπαμε τα ίχνη του έμπροσθέν μας ούτε και τα πρόβατα πιά δεν μπορούσαν από τις χιονοστιβάδες να προχωρούν. Διά της βίας και με κύνδινον να παγώσωμεν όλοι μας τα φέραμε μέχρι Μαρζαλάκ αλλά εστάθη αδύνατον πλέον να προχωρήσωμε και άρχισαν πλέον να μας εγκαταλείπουν αι δυνάμεις μας, ενώ είχαμε εμπρός μας έξι ώρες δρόμον και μάλιστα θα περνούσαμε τώρα το βουνόν Καμένα άνωθεν της Μονής Σουμελά. Και μάλιστα μερικοί εκ των συντρόφων μας που δεν ήσαν συνηθισμένοι σε τέτοιο κρύο άρχισαν να παγώνουν τα δάχτυλά τους και τα αυτιά τους.
Προ αδυνάτου λοιπόν ευρεθέντεςεγκαταλείψαμε τα πρόβατα επί τόπου και τα οποία στριμώχθηκαν εις ένα ερείπιον εκεί κοντά, γυρίσαμε πίσω διά να σωθούμε εις το Καλύβι του παπά.Και όταν εφθάσαμε εκεί ευτυχώς που βρίκαμε την φωτιάν μας αναμένην ή δε άλλως ούτε θα μπορούσαμε να ανάψωμε διά να ζεσταθούμε και θα παγώναμε. Ευτυχώς που βρήκαμε και ψωμί από τους τσομπαναραίους και αφού φάγαμε κοιμηθήκαμε καλά μη φυλάγοντες διότι έξω εμένετο η χιονοθύελα και ήτο αδύνατον να έλθει κανείς εκεί αν και οι τσομπαναραίοι φυσικά θα ειδοποίησαν.Κατά τα μεσάνυχτα ο καιρός εμαλάκωσε και ο αέρας σταμάτησε αλλά πάλιν από το βουνό ήτο αδύνατον και ως εκ τούτου διά να μη χάσωμεν πολίτιμον καιρόν εφύγαμε κατά το χωριόν Λαραχανή όπου νύχτα ακόμη εφθάσαμε με πολλήν προσοχήν. Ποίος όμως τολμούσε με τέτοιον καιρόν να έβγει έξω και ημείς μέσω του χωριού περάσαμε και από εκεί γυρίσαμε προς το βουνόν και πρωί20._  εφθάσαμε εις Μέζιρεν Αράλαξα της Λαραχανής όπου ανάψαμε πυράν, ζεσταθήκαμε, εφάγαμε και βράδυ κατέβημεν εις το χωρίον Σκαλίτα, όπου εμάθαμε ότι στρατός έφυγε πάλιν διά την Σάντα.
21._ Ανέβημεν εις Σαβέριξαν και εκείθεν εις Τεβόρια μέζιρεν Τσουκανόης Γαλιαίνης.
22._ Βλέπωμε αντίκρυ μας τον δρόμον προς την Σάντα όπου πήγαιναν στρατός και Γαλιανίται άνδρες και γυναίκες φορτωμένοι πολεμοφόδια και τροφάς διά τον στρατόν διότι το χιόνι ήτο πολύ και ζώα ήτο αδύνατον να πηγαίνουν και ανάγκασαν τους Γαλιανίτας να μεταφέρουν διά της ράχης τα τρόφημα και πολεμοφόδια.
Ήλθε ο Χαραλ. Διαμαντόπουλος από Αγρουζενόν και λέγει ότι εις Σκαλίτα μας είδαν μερικοί Τούρκοι διαβάται και ειδιποίησαν την Κυβέρνησην.Βράδυ κατέβημεν εις Τσουπανόην και πήγαμε εις την οικίαν του Θεοδώρου Κατσαπελίδου γέρων εξήκοντα πέντε ετών με μόνην την γριάν του και του εζητήσαμε να μας παραδώσει το όπλον Μάουζερ που είχεν και τα φυσίγγια μία κάσσα και τα οποία ημείς γνςρίζαμε και τα οποία προς αυτόν άχριστα. Αλλά ο γέρων ηρνήθη και επ' ουδενί λόγω δεν τα εφανέρωνε διότι τα είχε καλώς κρυμένα.Αφού ερευνήσαμε και δν ευρέθησαν πάλιν τον φοβερίσαμε αλλά εστάθη αδύνατον. Και μόλις ο Ευκλείδης του έδωσε ένα χαστούκι η γριά εφώναξε ότι θα τα δώσουν και χαλάσαντες τον τοίχον τη υποδείξει της παίρνωμε το όπλον και εξακόσια πενήντα φυσίγγια και φύγαμε. Μόλις όμως βγήκαμε της πόρτας ο γέρων βαρέως φέρων την προσβολήν παίρνει ένα δίκανον που είχε και το οποίον δι' ημάς ήτο άχριστον και σκοπεύσας κόβει την σκανδάλην. Ευτυχώς που ήτο κάλπικο το καψούλι και γλυτώσαμε και αμέσως το πήραμε από τα χέρια του και το πετάξαμε λίγο πέρα και εφύγαμε μη πειράξαντες πλέον τον γέρο. Κατέβημεν εις Σκαμέλμαν όπου είχε λίγους Τούρκους. Τους πήραμε μίαν δαμάλα και ανέβημεν εις Ασκέναν και την κόψαμε.23._ Ανέβημεν εις Καρά Τάγ ανάψαμε φωτιά ψήσαμε κρέας εφάγαμε και φύγαμε διά το λημέρι Τσιακούλας Σπήλαιον όπου μας είδε ο στρατός και βγήκαν έξω εις Κοιλαδί ρακάν και εκείθεν μας εκοίταζαν. Εις το λημέρι βρήκαμε όλα τα παιδιά και μας περίμεναν με ανοιχτά μάτια αλλά γυρίσαμε άπρακτοι κατόπιν πολλών περιπετειών.
24._ Πήγαμε εις το λημέρι Ουζούν σίρτ διότι εδώ μας είδε ο στρατός.
25._ Μερικά παιδιά πήραν τας υπολοίπους οικογενείας που έμειναν εδώ και τους φέραν εις Όλασαν διά να κατέβουν και αυτοί εις Τραπεζούντα.
26._ Το φυλάκιόν μας από Παρχάρι Ουζούν σίρτ μας ειδοποίησε ότι έρχεται στρατός κατ' εδώ αμέσως ανέβημεν εις Ουζούν σίρτ και παρετάχθημεν να δώσωμεν μάχην διότι τώρα πλέον ήμεθα ελεύθεροι δίχως οικογενείας και την ώραν που θέλωμε φεύγωμε προς το δάσος. Τους είδαμε και έφθασαν εις Τσιαρτακλή και μας έβλεπαν και εκείνοι αλλά συσκευθέντες επί πολύ έφυγαν εν τέλει προς τα κάτω και από Κιριαντς χανέν κατέβηκαν στον δρόμον και φύγαν κατά το Φτελέν, ημείς δε κατέβημεν εις Πογιά χανέν "Μέσες Ρακάν".
27._ Ο Ευκλείδης με έξι παιδιά πήγαν στου Αλή όστις ήλθεν από Τραπεζούντα και λέγει ότι ο Γιαγχιάς και ο Ιμάμ Παϊραχτάρογλου μας έγραψαν επιστολήν με τον Μαχμούτ Αϊτινλόγλου και όστις την έδωσεν εις τον Σπυρίδωνα Σοϊλεμέζ να την φέρει αλλά στρατιώται τον συνέλαβον στον δρόμον και την πήραν και τον έδειραν πολύ να ομολογήσει ποίος την έστειλε. Εις Φτελέν συνεκρούσθησαν αναμεταξύ τους στρατιώται οι οποίοι άλλοι μεν κατέβαιναν άλλοι δε ήρχοντο προς αυτούς εξ Ισχάν και νομίζοντες αυτούς δι' αντάρτας.
29._ Πήγαν μερικά παιδιά εις τα χωριά να δούν αν έμεινε κανένας εκεί.
30._ Ήλθαν και λένε ότι έφυγαν όλοι και αμέσως φύγαμε διά τα χωριά και την επομένην συνελάβαμε τρείς Ζαντάρμες εις Χαντσάρια παρά το χωρίον Ισχανάντων, οίτινες έφεραν ταχυδρομείον εις τους αξιωματικούς μη γνωρίζοντες ότι αυτοί έφυγαν. Και επειδή ο εις ήτο ο Χαμιζάς όστις δύο χρόνια υπηρετούσε εις το καραούλι Σάντας και ήτο καλός τότε αλλά εμάθαμε ότι κατά την απέλασην των Σανταίων επείραζε τα γυναικόπαιδα και τους έλεγε γιατί τώρα δεν σας γλυτώνουν οι Αντάρται σας.
Αφού εξυλοκοπήθησαν καλώς τους βάλαμε μέσα εις ένα σταύλον όπου είχε χόρτα και ξύλα πολλά και τους εκάψαμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Η ΕΠΤΑΚΩΜΟΣ ΣΑΝΤΑ

Η ΕΠΤΑΚΩΜΟΣ ΣΑΝΤΑ

Η Σάντα η επτάκωμος

Εις τα Ν.Α. της Τραπεζούντος κειμένη επί υψηλού οροπεδίου η Σάντα αποτελείτο εξ επτά ενοριών των εξής : Πιστοφάντων, Ισχανάντων, Τερζάντων, Ζουρνατσιάντων, Κοσλαράντων, Πινατάντων και Τσακαλάντων. Όλες δε οι ενορίες εκείντο επί του ποταμού Ιάμπολου.

Επίσης αι ενορίες είχον και άλλα επτά παραρτήματα γενικώς Φτελένια ονομαζόμενα τα εξής : Μεγ. Φτελέν Χαρατσιάντων Αλιάντων Υπαπαντή Κοπαλάντων Καρά Κοτέλ και το Ρακάν.

Ως εκ του ορεινού εδάφους της η Σάντα ήτο άγονος οι κάτοικοι ασχολούντο εις την κτηνοτροφίαν και εις την καλλιέργειαν της πατάτας και ολίγον λαχανικών μόνον προς ιδίαν χρήσην. Όλοι οι άνδρες αναγκάζοντο να μετέρχονται εις την Ρωσίαν την Αμερικήν και αλλαχού διάφορα επαγγέλματα εκτός ολίγων οίτινες έμεναν διαρκώς εις την Σάνταν ως έμποροι ξυλουργοί διδάσκαλοι κ.τ.λ.. Λόγω λοιπόν του ορεινού εδάφους και της ανεπαρκούς συγκοινωνίας η ζωή καταντούσε λίγο δύσκολος επί πλέον δε και οι ληστείες των Τούρκων όταν πηγαινοέρχονταν εις Τραπεζούντα, ανάγκασαν πολλούς εκ των κατοίκων να μεταναστεύσουν εις Ρωσίαν όπου εσχιμάτησαν πολλές κοινότητες και χωριά ίσως παραπάνω από ότι έμειναν στην Σάντα.

Όταν τον Απρίλιον του 1916 οι Ρώσοι κατέλαβαν την Τραπεζούντα ελευθερώθηκε και η Σάντα εκ του Τουρκικού ζυγού και άρχισαν οι ξενητεμένοι Σανταίοι να φθάνουν στα χωριά τους. Και επειδή λόγω του πολέμου είχε δουλειές πολλές και γνωρίζοντες οι Σανταίοι την γλώσσαν εκέρδιζαν πολλά λεφτά και η ζωή τους καλυτέρευσε κατά πολύ και το κυριότερον η ελευθερία. Μόνον όμως δύο χρόνια βάσταξε η κατάστασις αυτή διότι στα τέλη του 1917 οπότε άρχισε η Ρωσική κατάρρευσις εξ όλων των μετώπων του πολέμου τότε επρόκειτο η Σάντα να υποστεί τα μεγαλύτερα δεινά, τα οποία θα αφηγηθούμε εις το παρόν ημερολόγιον.